Κυριακή 17 Απριλίου 2016

ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής Ε΄ Νηστειών, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής Ε΄ Νηστειών, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά
ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
(Μαρκ. 10, 32-45)
1. Πολύτιμη ἡ μνήμη τοῦ θανάτου

            Βρισκόμαστε στήν τελευταία Κυριακή πρό τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Βαδίζομε γιά τό ἅγιο Πάσχα. Μετά ἀπό μιά βδομάδα θά ἀρχίσουν οἱ ἑορτές τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
            Ἐμεῖς βέβαια τό ξέρομε ὅτι ὁ Χριστός ἔπαθε, κατεδικάσθη, ἐσταυρώθη, ἀπέθανε στό Σταυρό καί ἐτάφη. Νωρίς τήν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε. Αὐτή εἶναι ἡ πίστη μας. Καί ὅλοι ξέρομε ὅτι ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά μᾶς καί γιά τή σωτηρία μας. Ἀλλά ὅταν ὁ Χριστός ζοῦσε ἐπάνω στή γῆ, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι πού τόν ἐπίστευσαν ἀπό τά θαύματά του καί ἀπό τήν διδασκαλία του, ἐπίστευαν ὅτι πρέπει νά φτειάξει στόν κόσμο τό ὡραιότερο κράτος. Μία Βασιλεία δικαιοσύνης, μία Βασιλεία πλούτου, μία Βασιλεία καλωσύνης, μία ἀληθινή Βασιλεία ἐπάνω στή γῆ. Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπάνω στή γῆ.
            Ὅμως, ὁ Χριστός, τούς μιλοῦσε ἀπό τήν ἀρχή καί συνεχῶς γιά τόν θάνατό του. Παράξενο πράγμα. Ἐμεῖς δέν θέλομε νά μιλᾶμε γιά τόν θάνατό μας. Παρότι εἴμαστε θνητοί. Καί ὁπωσδήποτε θά πεθάνομε. Καί εἴμαστε «ὑπό κρίσιν». Θά κριθοῦμε δηλαδή. Καί πρέπει νά σκεπτόμαστε, πῶς στό δικαστήριο τοῦ Θεοῦ δέν θά κατακριθοῦμε, ἀλλά θά ἐλεηθοῦμε καί θά δικαιωθοῦμε. Εἶναι λάθος μας πού δέν μᾶς ἀρέσει νά μιλᾶμε γιά τόν θάνατό μας. Γιατί ὅσο πιό πολύ ὁ ἄνθρωπος σκέπτεται τόν θάνατό του, σκέπτεται ὅτι θά «εἰσέλθει εἰς κρίσιν» καί ὅτι θά δικαστεῖ, τόσο περισσότερο ἑτοιμάζει κατάλληλα τόν ἑαυτό του καί στό δικαστήριο πού θά γίνει τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας, δέν θά ἔχει κάτι πού νά τόν καταδικάζει. Ἀλλά καί ἄν ἔχει τίποτε, θά φροντίσει ἀπό τώρα νά τό ἐξαλείψει μέ τή μετάνοια, μέ τήν ἐξομολόγηση, μέ τά καλά ἔργα καί θά τύχει ἐλέους Θεοῦ καί φιλανθρωπίας.
2. Ἡ ἐδῶ ζωή καί ἡ ἐκεῖ ζωή
            Ὁ Χριστός λοιπόν, μιλάει γιά τίς τελευταῖες ἡμέρες ἡμέρες του. Καί λέγει: «Βαδίζομε γιά τήν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ θά συλληφθεῖ. Θά παραδωθεῖ εἰς τούς ἄρχοντες τῶν Ἑβραίων. Θά τόν καταδικάσουν σέ θάνατο. Θά τόν παραδώσουν σέ εἰδωλολάτρες. Θά τόν σταυρώσουν. Θά τόν θάψουν. Ἀλλά τήν τρίτη ἡμέρα θά ἀναστηθεῖ». Ἐμεῖς, τί θά γίνει αὔριο, δέν τό ξέρομε. Τά μέλλοντα, προσπαθοῦμε νά τά φαντασθοῦμε. Πιθανολογοῦμε. Ὁ Χριστός μιλάει γιά τό μέλλον του ξεκάθαρα. Ἐμεῖς, ἅμα ἀρχίσει ἄλλος νά μᾶς μιλάει γιά τόν θάνατό μας, νευριαζόμαστε. Ὁ Χριστός μιλάει γιά τόν δικό του θάνατο, καί μάλιστα τόν ξέρει μέ ἀκρίβεια, τόν περιγράφει μέ ἀκρίβεια, μέ εἰρήνη στήν ψυχή.
            Γιατί; Γιατί ὁ Θεός ξέρει, ὁ Χριστός ξέρει τί θά συμβεῖ.
            Ὁ Χριστός δέν ἦλθε στόν κόσμο ὅπως ἤλθαμε ἐμεῖς. Μέ περιορισμένη δύναμη καί γνώση. Ἐμεῖς ὅσο ζοῦμε, εἴμαστε σέ ἕνα συνεχή προβληματισμό. Δέν ξέρομε ποῦ βαδίζομε, γιά νά ἐλέγχεται ἡ συνείδησή μας κάθε φορά καί νά ἀποφασίζομε κάθε φορά ἐμεῖς μόνοι μας, ἄν κάνομε τό καλό ἤ κάνομε ἁμαρτίες, γιά νά ἔχει ἡ κάθε πράξη μας ἀξία. Νά εἶναι δηλαδή ἄξια νά ἀμειφθεῖ ἀπό τόν Θεό.
            Γιατί ὁ Θεός μᾶς ἔφτειαξε ὄχι, ὄχι δένδρα, ὄχι ζῶα, ἀλλά ὄντα πνευματικά. Δηλαδή νά πιστεύομε στόν «ἔσω» ἄνθρωπο περισσότερο ἀπό τόν «ἔξω». Νά πιστεύομε στή δικαιοσύνη καί στήν καλωσύνη περισσότερο ἀπό ὅτι στό φαΐ καί στά ἐπίγεια ἀγαθά. Καί νά πιστεύομε καί νά τό καταλαβαίνομε ὅτι σκοπός καί ἀποστολή μας δέν εἶναι μόνο ἡ ζωή αὐτή. Ἀλλά μετά τόν θάνατό μας πηγαίνομε, ὄχι ὅπως ὅλα τά ζῶα, στό μηδέν στήν ἀνυπαρξία, ἀλλά πηγαίνομε στήν αἰώνια ζωή, πού εἶναι καλύτερη, ἀνώτερη καί τελειότερη ἀπό τή ζωή τήν ὁποία ἔχομε τώρα.
            Ἡ τωρινή ζωή εἶναι κάτι τό ἀνάλογο, μέ τή ζωή πού εἴχαμε στήν κοιλιά τῆς μητέρας μας. Ζοῦμε καί ἐκεῖ καί τό καταλαβαίνει καλύτερα ἡ κάθε μητέρα, πόσο ζεῖ καί εἶναι ζωντανό τό παιδί πού ἔχει στήν κοιλιά της.
            Ἡ αἰώνια ζωή πάλι εἶναι κάτι τό ἀνάλογο μέ τή ζωή πού ἔχομε καί ἀπολαμβάνομε μετά ἀπό τήν γέννηση.
            Ζεῖ τό παιδί μέσα στήν κοιλιά τῆς μητέρας του. Ἀλλά οὔτε αἰσθάνεται τόσα, οὔτε βλέπει τόσα, οὔτε χαίρεται τόσα, οὔτε γνωρίζει τόσα, οὔτε ἔχει αὐτούς τούς πλατειούς ὁρίζοντες πού ἔχομε ἐμεῖς. Πού μποροῦμε νά τρέχομε ἀπό τήν μιά ἄκρη τῆς γῆς στήν ἄλλη καί νά πετᾶμε στούς οὐρανούς μέ τά ἀεροπλάνα καί τά μέσα πού ἔχομε σήμερα. Καί ἐπί πλέον μποροῦμε νά ἐπικοινωνοῦμε μέ ὁλόκληρο τόν κόσμο. Μέ τούς κοντινούς μας, μέ τή φωνή καί μέ τά νοήματα. Καί μέ τούς μακρινούς μέ τά τηλέφωνα, μέ τίς τηλεοράσεις, μέ τίς ἐφημερίδες καί μέ τόσα ἄλλα μέσα τά ὁποῖα παρέχει ὁ σύγχρονος πολιτισμός πού εἶναι καρπός καί δωρεά τοῦ Θεοῦ. Δῶρο αὐτοῦ πού μᾶς δημιούργησε καί μᾶς ἔκανε ὄχι ζῶα προορισμένα γιά σφαγή καί γιά θάνατο, ἀλλά ὄντα πνευματικά μέ τή δυνατότητα νά κυριαρχοῦμε, ἀκριβῶς ἐπειδή εἴμαστε κάτι τό ἀνάλογο μέ τούς ἀγγέλους, ἐπάνω σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο.
            Γιά μᾶς ἦλθε ὁ Χριστός στόν κόσμο. Γιά νά μή μᾶς ἀφήσει νά γοητευόμαστε ἀπό κεῖνα πού γοητεύονται καί τά ζῶα, φαΐ, ἡδονή, χαρά τοῦ σώματος. Ἀλλά νά καταλαβαίνομε ὅτι χαρά τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀνταπόκρισή μας στήν πνευματική μας ἰδιότητα καί ἀποστολή. Καί εἶναι μεγαλύτερο πράγμα ἀπό βιωτική χαρά. Ἦλθε  λοιπόν ὁ Χριστός γιά νά μᾶς βοηθήσει μέ τό παράδειγμά του καί μέ τήν διδασκαλία του, νά ζήσομε ἀνθρώπινα, θεάρεστα, πνευματικά. Γιά νά ἀξιωθοῦμε νά πᾶμε στή Βασιλεία του, κοντά του. Ἀφοῦ μᾶς ἔφτειαξε νά εἴμαστε «κοντά του». Νά εἴμαστε δηλαδή ὄντα πνευματικά· ἀνάλογα μέ τόν Θεό. Ὅμοιοι μέ τούς ἀγγέλους. Μέ μιά διαφορά: ὅτι ἔχομε καί σῶμα. Καί νά ζήσομε αἰώνια κοντά του, ὅπως οἱ ἄγγελοι, ὅταν θά πᾶμε μετά τόν θάνατο εἰς τήν αἰώνια ζωή.
3. Ἔπαθε γιά νά μᾶς δώσει δύναμη καί ὅπλο
            Ἀλλά ὁ Χριστός ἦλθε νά κάνει καί κάτι ἄλλο. Νά μᾶς δώσει δύναμη νά ἀντιστεκόμαστε στό κακό πού μᾶς περιτριγυρίζει καί προέρχεται ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἀπό τά πάθη μας καί ἀπό τίς παγίδες τοῦ διαβόλου. Καί γιά νά μᾶς δώσει λοιπόν αὐτή τήν δύναμη ὁ Χριστός, ἦλθε μέ τήν ἀπόφαση, ἐκ τῶν προτέρων εἰλημμένη, προαιώνια ἀπόφαση καί βουλή τοῦ Θεοῦ, νά σταυρωθεῖ γιά μᾶς, νά πάθη γιά μᾶς γιά νά μᾶς δώσει δύναμη καί ὅπλο.
            Δύναμη γιά τήν ψυχή μας καί γιά τό σῶμα μας τό αἷμα του τό ζωοποιό. Τό τίμιο σῶμα του καί τό ἅγιο αἷμα του.
            Καί ὅπλο ἐναντίον τοῦ διαβόλου τόν Σταυρό του τόν τίμιο.
            Γι' αὐτό ὁ Χριστός ὅταν ἐρχόταν εὐκαιρία, μιλοῦσε στούς μαθητές του καί μέ γαλήνη καί μέ χαρά καί μέ ἱκανοποίηση καί τούς ἔλεγε: «Μετά ἀπό λίγο πᾶμε στήν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ θά μέ πιάσουν καί θά μέ πᾶνε στούς ἀρχιερεῖς τῶν Ἑβραίων. Αὐτοί θά μέ καταδικάσουν σέ θάνατο. Θά μέ παραδώσουν στόν Πιλάτο, στούς εἰδωλολάτρες, πού οἱ Ἑβραῖοι δέν ἤθελαν νά ἀκοῦνε εἰδωλολάτρες. Ἐμένα θά μισήσουν τόσο πού θά μέ πᾶνε στούς εἰδωλολάτρες καί θά μέ σταυρώσουν. Καί θά πεθάνω στό Σταυρό. Μή φοβόσαστε. Τήν τρίτη ἡμέρα θά ἀναστηθῶ. Ὁ Θεός θά τά νικήσει ὅλα. Γιατί ἦλθα ἐδῶ στή γῆ, νά νικήσω τό κακό καί τήν ἁμαρτία. Καί τό ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας πού εἶναι ὁ θάνατος».
            Ὅποιος νικήσει τήν ἁμαρτία θά νικήσει καί τόν θάνατο. Καί θά ἀναστηθεῖ στήν αἰώνια ζωή. Ἐνῶ ὅποιος δέν νικήσει τήν ἁμαρτία, θά νικηθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία καί θά μείνει στό θάνατο. Τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως δέν θά ἀναστηθεῖ γιά αἰώνια ζωή, ἀλλά γιά μιά κατάσταση πού ὀνομάζεται στήν Ἁγία Γραφή «δεύτερος θάνατος», αἰώνιος θάνατος. Καί στήν ἁπλή γλώσσα τόν λέμε αἰώνια καταδίκη καί κόλαση αἰώνια.
            Μᾶς ἔδωσε λοιπόν ὁ Χριστός μέ τόν Σταυρό του, μέ τόν θάνατό του, καί μέ τά πάθη του δύο ὅπλα. Τό σῶμα του καί τό αἷμα του, τήν Θεία Κοινωνία καί τόν τίμιο Σταυρό του. Μᾶς μιλοῦσε γι’ αὐτά πρίν πεθάνει, σάν τά εἶχε μπροστά του. Γιατί ὁ Θεός εἶναι παντογνώστης. Τά ξέρει ὅλα. Ἐμεῖς πιθανολογοῦμε, ψάχνομε νά βροῦμε. Καί ὅταν μᾶς πιάνει μανία νά δοῦμε τό μέλλον κάνομε τίς χειρότερες τρέλλες καί ἀνοησίες. Πᾶμε στά μέντιουμ, πᾶμε σέ παραψυχολόγους καί πουλᾶμε τήν ψυχή μας, γιατί μέσα σέ ὅλα αὐτά μάγισσες, μέντιουμ, παραψυχολογία δουλεύει ἕνας καί μόνο: ὁ διάβολος.
            Καί μᾶς κοροϊδεύει καί ἐμεῖς στή λαχτάρα μας νά μάθομε τί θά γίνει αὔριο γιά μᾶς, δίνομε καί τά χρήματά μας καί πουλᾶμε καί τήν ψυχή μας.
4. Ὁ ἀληθινά μεγάλος
            Στή συνέχεια ὁ Χριστός εἶπε: «Ἐγώ ἦλθα γιά νά ὑπηρετήσω τόν κόσμο. Νά ἐργαστῶ γιά τήν σωτηρία του». Καί ἐνῶ ἔλεγε αὐτά τά λόγια, πῆγαν δύο μαθητές του καί τοῦ ζητοῦσαν ἀξιώματα. Νά τούς βάλλει, ὁ ἕνας νά κάθεται στά δεξιά του καί ὁ ἄλλος στά ἀριστερά του. Νά πιάσουν πού τά μεγάλα πόστα. Νά ἔχουν «τά μεγάλα μέσα»· τήν πολλή εὐτυχία. Ὁ Χριστός τούς εἶπε: «Κάνετε ἕνα μεγάλο λάθος. Ἡ Βασιλεία μου, δέν εἶναι Βασιλεία ἐξουσίας καί δυνάμεως. Ἀλλά εἶναι ἐξουσία ταπεινώσεως καί καλωσύνης. Ἐγώ ἦλθα νά ὑπηρετήσω τόν κόσμο. Καί ὅσοι θέλετε νά εἴσαστε κοντά μου, νά ἔχετε τήν διάθεση νά ὑπηρετεῖτε τούς ἀδελφούς σας». Ὅσο πιό πολύ ἕνας ἄνθρωπος ταπεινώνει τόν ἑαυτό του καί ὑπηρετεῖ τούς ἄλλους, τόσο πιό μεγάλος θά γίνει στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
            Θέλεις λοιπόν ἀδελφέ μου νά γίνεις μεγάλος στόν Παράδεισο; Στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν;
            Ἔρχεσαι σέ ἐπικοινωνία μέ ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο...
            Δεῖξε ὑποχωρητικότητα, δεῖξε καλωσύνη, μή θυμώνεις. Μή θέλεις νά ἐπιβάλλεις τήν δική σου γνώμη.
            Μπορεῖς; Ὑπηρέτησέ τον λίγο.
            Μπορεῖς νά τόν ὑπηρετήσεις περισσότερο; Νά ταπεινώσεις λίγο περισσότερο τόν ἑαυτό σου; Μέγας θά γίνεις εἰς τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
            Ὅσο περισσότερο ἕνας ἄνθρωπος ταπεινωθεῖ, τόσο περισσότερο θά ἐξυψωθεῖ. Σοῦ κάνει ἕνας ἄνθρωπος τόν ζόρικο καί τόν ἔξυπνο; Μή θυμώνεις. Μήν ὀργίζεσαι. Μήν ἀγανακτεῖς. Μήν βρίζεις. Σιώπησε. Συμβούλευσε, ὑποχώρησε, μέ καλωσύνη καί μέ πραότητα. Πᾶς στό σπίτι σου κάνε ἕνα Σταυρό. Παρακάλεσε τόν Θεό νά γίνει καί σέ σένα καί στούς ἄλλους ἀνθρώπους εἰρήνη. Καί θά γίνεις μεγάλος στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Θέλεις νά δοξασθεῖς; Ὅπλο γιά δόξα εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ. «Ὅπλον εἰρήνης ἀήττητον τρόπαιον». Πᾶρε τόν Σταυρό στά χέρια σου καί προχώρει μέ τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία. Ἔγινε στή Βρυσούλα στίς 31/3/1996
πηγη.zoiforos

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

Περί προφητολογίας

Περί προφητολογίας



Περί προφητολογίας
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
          Στις μέρες μας υπάρχει έντονη προφητολογία, με αφορμή, βέβαια, τα διάφορα δυσάρεστα που συμβαίνουν στην περιοχή μας ως να προαναγγέλλουν τον Γ΄ παγκόσμιο πόλεμο.
          Υπάρχουν αυτοί που αδιαφορούν κι αυτοί που αγωνιούν. Η αλήθεια, ως συνήθως, δεν βρίσκεται στις ακρότητες. Έτσι θα ήθελα να πω κάποιους προβληματισμούς χωρίς διάθεση κριτικής.
          Πρώτο: όσοι ασχολούνται με τις προφητείες, στηριγμένοι σε παλιότερους ή σύγχρονους αγίους, δεν θα πρέπει να εξετάζουν το λόγο και την αφορμή που λέχθηκαν; Μήπως δεν κυριολεκτούν; Μήπως εκφέραν απόψεις ή ενδεχομένως επιθυμίες που στηρίζονται στην εθνική - πατριωτική τους συνείδηση;
          Δεύτερο: η ενασχόληση με τις προφητείες που μιλούν για πολέμους, πείνα, δυσκολίες κ.λ.π μήπως υποκρύπτει εσωτερικές ανασφάλειες; Πριν κάποια χρόνια ήταν έντονη η μέριμνα περί ερχομού του Αντιχρίστου. Φάνηκε όμως, τελικά, πως η πηγή της ήταν Προτεσταντική με σκοπό τη δημιουργία φόβου και τρόμου για να «πιστέψει ο άνθρωπος στο Χριστό». Το τι ποιότητα πίστης δημιουργείται από φοβίες, είναι περιττό να πούμε. Η εκμετάλλευση των ψυχολογικών ακαταστασιών από «ανθρώπους της θρησκείας» αποτελεί ανηθικότητα.
          Τρίτο: η αναφορά σε πόλεμο με πολλά θύματα, όμως για την Κύπρο ευκαιρία ελευθερίας από τα Τούρκικα στρατεύματα, και μάλιστα χωρίς πόλεμο και σκοτωμούς, δεν νομίζω ότι θα πρέπει να μας χαροποιεί.
          Με τα πιο πάνω δεν θέλω να πω ότι δεν υπάρχουν προφητείες ή ότι ο κόσμος είναι αγγελικά πλασμένος! Ασφαλώς υπάρχουν πολλά σημεία που δείχνουν ότι «οι ακοές και τα τύμπανα του πολέμου» αυξάνουν. Ποιος δεν το βλέπει; Είναι τόσο κοντά μας...
          Όμως ο Θεός πέθανε; Φαίνεται ότι τον...πεθάναμε. Όταν ζούμε χωρίς εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του, όταν αγωνιούμε για τα λεφτά, το φαγητό και την περιουσία μας, που θα χάσουμε μ’ ένα πόλεμο, δεν φαίνεται ότι ορφανέψαμε από τον ουράνιο Πατέρα;
          Μακάρι τα όσα συμβαίνουν στην περιοχή μας, που ενδεχομένως να προ αναγγέλλουν μια ευρύτερη σύρραξη που θα αλλάξει τα σημερινά δεδομένα, όπως και οι διάφορες προφητείες, να γίνονται αφορμή για να συνειδητοποιήσουμε τη ματαιότητα των εγκοσμίων.
          Μακάρι η εντρυφή στις σχετικές προφητείες, - που φαίνεται ότι αρκετές δεν προέρχονται από τους αγίους ανθρώπους που επικαλούνται το όνομά τους - να μην κρύβει την αγωνία του σαρκικού ανθρώπου που φοβάται να μην χάσει την καλοπέρασή του, αλλά να εκφράζει την «καλή αγωνία» που νοιάζεται για την πορεία και τη σωτηρία του κόσμου.
          Και τέλος, μακάρι οι δυσκολίες που μας έρχονται ως δοκιμασίες να γίνονται μέσα για αυτογνωσία που οδηγεί στη μετάνοια, στη σχέση με το Θεό των δυνάμεων και της αγάπης. Τότε το άγχος και η αγωνία, για τα προσωπικά ή συλλογικά ερχόμενα, θα υποχωρήσουν και θα κυριαρχήσουν μέσα μας η ειρήνη της καρδίας, η εμπιστοσύνη στο Θεό μας, η ελπίδα της νίκης του Χριστού που έχει τον τελευταίο λόγο στην ανθρώπινη ιστορία.
πηγη.isagiastriados

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Αδιεξόδου διέξοδος

Αδιεξόδου διέξοδος

 
ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ ΔΙΕΞΟΔΟΣ
π. Φιλόθεου Φάρου
Στις μέρες μας φαίνεται να κυριαρχεί ένα αίσθημα ματαιοπονίας. Οι πιο πολλοί, αν όχι όλοι οι άνθρωποι λιγότερο ή περισσότερο, φαίνεται να έχουμε το αίσθημα ότι αυτό που γίνεται και μάς τρομάζει απερίγραπτα, θα συνεχίσει να γίνεται και δεν πρόκειται τίποτε να το σταματήσει.
Όλα εκείνα, που άλλοτε πιστεύαμε ότι αν δοκιμάζονταν κάποια βελτίωση θα έφερναν, δοκιμάστηκαν, αλλά ο κατήφορος όχι μόνο δεν φαίνεται να σταματάει αλλά γίνεται όλο και πιο κατηφορικός.
Ο εκδημοκρατισμός, οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που φαίνεται ότι τελικά καταργούν όλο και περισσότερο την παιδεία και την περίφημη διακίνηση των ιδεών, που όταν δεν εξελίσσεται σε εξοργιστική πλύση εγκεφάλου γίνεται μια ακατάσχετη και πληκτική φλυαρία, δεν φαίνεται να σταματούν την πορεία της φθοράς και του θανάτου.
Έχουμε όλο και περισσότερο το αίσθημα πως όσο περισσότερα λέγονται τόσο λιγότερο επικοινωνούμε, όσο πιο πολλά ανακαλύπτουμε τόσο πυκνότερο γίνεται το σκοτάδι μας.
Μερικές ανάλογες προσπάθειες στο χώρο της Εκκλησίας φαίνεται να καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Κάποτε ονειρευόμασταν περισσότερο μορφωμένους κληρικούς και πιστεύαμε ότι μία άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των κληρικών θα δημιουργούσε έναν εκκλησιαστικό χρυσούν αιώνα. Ε, λοιπόν, έχουν αυξηθεί δραματικά οι κληρικοί που έχουν ένα και δύο πτυχία, διδακτορικά διπλώματα και άλλες ακαδημαϊκές περγαμηνές, αλλά αυτό δεν φαίνεται να λιγοστεύει καθόλου την πνευματική μας μιζέρια.
Άλλοτε πάλι είχαμε ευχηθεί να ακούγεται περισσότερο ο λόγος του Θεού, με την πεποίθηση ότι αυτό θα δημιουργούσε πιο συνειδητούς χριστιανούς. Αλλά, κηρύγματα ακούγονται πολλά, που όμως είτε είναι μεγαλόστομα, άσχετα και συχνά ανυπόφορα, είτε φαίνεται να πέφτουν στο κενό και όταν ακόμη έχουν, και κάποτε έχουν, αξιόλογο περιεχόμενο.
Πραγματικά, στις μέρες μας ακούγονται πολλές ενδιαφέρουσες θεολογικές απόψεις. Σε πολλά σαλόνια πολλοί ευφυείς άνθρωποι, πίνοντας ουίσκι οη the rocks  και μασουλώντας ξηρούς καρπούς, μιλούν για την αλληλοπεριχώρηση, τη μέθεξη, την αποστασιοποίηση, την ευχαριστιακή σύναξη, τη θέωση, το άκτιστο φώς και τη λειτουργική ζωή, αναπτύσσουν με συγκλονιστικό τρόπο τα ασκητικά ιδεώδη και παρουσιάζουν με εντυπωσιακή πειστικότητα τη νηπτική θεολογία, ενώ άλλοι δίνουν βαθυστόχαστες διαλέξεις σε κατάμεστες αίθουσες.
Αλλά κι αυτά έχουν αρχίσει να δημιουργούν ένα αίσθημα κορεσμού και ματαιοπονίας. Φαίνεται μάλιστα ότι έχει αρχίσει επίσης να μειώνεται σημαντικά το ενδιαφέρον που όλα αυτά κάποτε μάς προκαλούσαν, κι αυτό ίσως γιατί όλοι διαπιστώνουμε ότι, αν και τά ακούσαμε και τά αποδεχθήκαμε μέ ενθουσιασμο και ίσως μάλιστα να τά είπαμε κι εμείς με τον ίδιο ενθουσιασμό, συνεχίζουμε να βρισκόμαστε στην καταναλωτική μας αιχμαλωσία και στη φίλαυτη αυτοα-πασχόλησή μας, έχοντας μάλιστα το αίσθημα ότι δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.
Κι αυτές ακόμη οι απαισιόδοξες εκτιμήσεις έχουν γίνει κοινός τόπος, χωρίς καμιά πρωτοτυπία και εξ ίσου πληκτικές. Λέμε ότι έχουμε ανάγκη από ελπίδα, από κάποιες αισιόδοξες διαπιστώσεις, από κάποιες θετικές παρατηρήσεις,
Αλλά μήπως και ή ελπίδα δεν έχει εκπορνευθεί τόσο, ώστε να έχει καταντήσει εντελώς αναξιόπιστη και ανέντιμη;
Μήπως άραγε έχει έλθει η στιγμή της σιωπής; Γιατί, τίνα πει κανείς; Να μιλήσει για την πρόσκληση που μας κάνει ο Θεός στο τραπέζι της χάριτος Του, στην οποία ο καθένας από μας απαντά με το «έχεμε παρητημένον», είτε γιατί «αγρόν», ή «ζεύγη βοών ήγορασα» ή «γυναίκα έγημα» και δεν μπορώ να ασχοληθώ με τίποτε άλλο;
Αλλά όλα αυτά τα έχουμε ακούσει και τα έχουμε σκεφθεί αμέτρητες φορές κι όμως δεν μπορέσαμε να κάνουμε αλλιώς.
Η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε περιγράφεται με πολλή ακρίβεια στην καταληκτική ευχή του ικετηρίου κανόνα εις τον Κύριον Ημών Ιησούν Χριστόν, που λέει «...ούκ έχω μετάνοιαν, ούκ έχω κατάνυξιν, ούκ έχω δάκρυον παρακλητικον τα επανάγοντα με τέκνα προς ιδίαν κληρονομίαν. Εσκότισμαι τον νουν εν τοις βιοτικοίς πάθεσι και ούκ ισχύω ατενίσαι προς σε εν οδύνη, ού δύναμαι θερμανθήναι τοις δάκρυσι της προς σε αγάπης».
Πόσο είναι πραγματικά αλήθεια ότι οι βιοτικές μέριμνες μολύνουν ολοκληρωτικά κι αυτήν ακόμη την προσευχή μας, έτσι που ουσιαστικά να μην μπορούμε να συνομιλήσουμε με τον Θεό. Κι αν δεν συνομιλήσουμε με τον Θεό, πώς θα μπορέσουμε να Τον αγαπήσουμε, να δημιουργήσουμε μια σχέση και πολύ περισσότερο να ενωθούμε μαζί Του;
Τί απομένει; Τί μπορούμε να πούμε; Ποιά διέξοδο μπορούμε να βρούμε στο αδιέξοδο μας; Πώς να κλείσουμε αυτές τις ζοφερές σκέψεις; Ίσως θάπρεπε να επαναλάβουμε τις τελευταίες φράσεις της ευχής του κανόνος στον Ιησού Χριστό:«Κατέλιπον σε, μη μέ έγκαταλίπης- έξελθε εις αναζήτησίν μου, επανάγαγέ με προς την νομήν σου, συγκαταρίθμισον με τοις προβάτοις της εκλεκτής σου ποίμνης και διάθρεψον με συν αυτοίς εκ της χλόης των θείων σου μυστηρίων πρεσβείαις της πανάγνου μητρός σου και πάντων των αγίων σου. Αμήν».
πηγη.isagiastriados

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΖΩΝΤΑΝΟ ΘΕΟ


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΖΩΝΤΑΝΟ ΘΕΟ
π. Ανδρέα Γκαζέλης
          Χρόνος είναι ο τόπος της συνάντησής μας με το Θεό. Αυτό σημαίνει πως μπορώ να συναντηθώ με τον Θεό της αγάπης όσο βρίσκομαι μέσα στα όρια του χρόνου. Πώς όμως θα γίνει αυτό, δεδομένου ότι ο Θεός μου βρίσκεται έξω από τα ασφυκτικά όρια του χωροχρόνου;
          Πολλές θρησκείες και πολλά φιλοσοφικά συστήματα, ανάμεσά τους και οι Αρχαίοι μας πρόγονοι, υποστήριξαν πως η συνάντηση με τον Θεό πραγματοποιείται στον «χώρο» του Θεού. Έτσι ο άνθρωπος λένε ότι οφείλει να εκστασιαστεί από την πραγματικότητά του, να ανέλθει νοερά στον χώρο εκείνο που υπάρχει ο Θεός. Βεβαίως ο άνθρωπος δεν θα πραγματοποιήσει αυτή την «ανάβαση» με όλο τον εαυτό του. Δεν μπορεί να ακολουθήσει το σώμα και η ύλη αυτή την «ανοδική» πορεία ούτε βέβαια και τα συναισθήματα, τα όνειρα και άλλα παρόμοια «ευτελή»  σκιρτήματα της καρδιάς. Κατά συνέπεια η συνάντηση Θεού και Ανθρώπου σε αυτή την προοπτική δεν είναι συνάντηση Θεού και Ανθρώπου αλλά μυστικιστική και εσωτεριστική επαφή Θεού και κάποιου τμήματός του Ανθρώπου.
          Στην Ορθόδοξη Παράδοση και Πρακτική αυτή η μέθοδος είναι ανεφάρμοστη. Ο Άνθρωπος αδυνατεί να συναντήσει τον Θεό με αυτό τον τρόπο. Ο Θεός όμως, διαπιστώνοντας την αδυναμία του Ανθρώπου για ανάβαση, αναλαμβάνει προσωπική κατάβαση μέχρι την εσχατιά των ανθρωπίνων συνθηκών. Με άλλα λόγια η συνάντηση Θεού και Ανθρώπου πραγματοποιείται όχι επειδή ο Άνθρωπος ανεβαίνει αλλά επειδή ο Θεός κατεβαίνει και γίνεται όμοιος με τον Άνθρωπο.
          Αφού η κίνηση του Θεού για την πραγματοποίηση της συνάντησης είναι καθοδική και η κίνηση του ανθρώπου για να συναντήσει τον Θεό οφείλει να είναι κίνηση προς τα κάτω. Όσο ο άνθρωπος ταπεινώνει τον εαυτό του και αναγνωρίζει την αμαρτία του, τόσο πιο αισθητά και δυναμικά συναντιέται με τον Θεό που κατεβαίνει προς τα κάτω για να συναντήσει τον άνθρωπο. Όχι λοιπόν εγωιστική δήθεν ανάβαση προς τον τόπο του Θεού αλλά ταπεινή και ρεαλιστική κατάβαση προς την μεταπτωτική κατάσταση του ανθρώπου με ταυτόχρονη αναγνώριση της αμαρτολότητας μας. Αυτή η κίνηση του πνεύματος και του σώματος μας ικανώνει για πραγματική και ολοκληρωτική συνάντηση με τον Θεό της αγάπης.
          Μένει τώρα εν ολίγοις να εξετάσουμε το σκοπό και τα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης. Η συνάντηση με τον Θεό σώζει τον Άνθρωπο από την φθορά και τον θάνατο και του μεταδίδει ζωή άλλης τάξεως, αληθινή και μέννουσα εις τον αιώνα. Αυτό όμως δεν πραγματοποιείται στα ασφυκτικά όρια του χωροχρόνου αλλά σε εκείνο το επίπεδο ύπαρξης που ζει ο Θεός. Είπαμε όμως ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανέβει στο επίπεδο του Θεού γι’ αυτό και ο Θεός κατεβαίνει στο ανθρώπινο επίπεδο, σαρκώνεται, γίνεται άνθρωπος όμοιος κατά πάντα με εμάς εκτός αμαρτίας.
          Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ο Άνθρωπος ανεβαίνει στο επίπεδο του Θεού επειδή ο Θεός τον συναντά πεσμένο κάτω και στοργικά τον ανεβάζει, σηκώνοντάς τον στους ώμους Του. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία δυνατότητα και ικανότητα αυτοθέωσης, αυτοεξέλιξης αυτοπραγμάτωσης και αυτοσωτηρίας. Τα πάντα τα πραγματοποιεί η αγάπη του Θεού στους ανθρώπους που Τον εμπιστεύονται και Τον αφήνουν να διαφεντεύει στη ζωή τους.
          Αυτές οι σκέψεις δεν αποτελούν θεωρίες και ευσεβείς πόθους αλλά ζωντανή εμπειρία που πηγάζει από την λειτουργική ζωή και την μετοχή στα Άγια Μυστήρια της Εκκλησίας μας. Μέσα στην ατμόσφαιρα των Ιερών Μυστηρίων ο Άνθρωπος βιώνει υπαρκτικά την ζωή του σε δύο επίπεδα, στο επίπεδο της γης και στο επίπεδο του ουρανού, στο επίπεδο του χρόνου και στο επίπεδο της αιωνιότητας της ταυτόχρονα.
          Εν κατακλείδι η συνάντηση με τον Θεό πραγματοποιείται με την μετοχή μας στα Μυστήρια της Εκκλησίας και ασκητικά με την ταπεινή κατάβαση του φρονήματος σε αντίθεση με την αλαζονική περιρέουσα ατμόσφαιρα των ανθρώπων του αιώνος τούτου του απατεώνος.  

Πιστεύω, Κύριε, βοήθα με στὴν ἀπιστία μου

Πιστεύω, Κύριε, βοήθα με στὴν ἀπιστία μου
Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης, βλέπουμε νὰ ἔρχονται ἢ νὰ φέρνουν στὸν Κύριο ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἰάσης – τῆς ἴασης ἀπὸ σωματικὲς ἀσθένειες, ἀπὸ τὴν δυστυχία, ἀπὸ τὸν πόνο, τὴν ἀγωνία τῆς ζωῆς. Καὶ κάθε φορὰ ὁ Χριστὸς τοὺς λέει, «Πιστεύεις ὅτι μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό; » Καὶ σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ὁ ἄνδρας ποὺ ρωτήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο ἂν πιστεύει σὲ σχέση μὲ τὸν ἀσθενὴ υἱὸ του εἶπε, «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ μου». Ἀλλὰ ἐὰν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς ὁ Κύριός μας ἔχει τὴ δύναμη νὰ σώσει, ὑπάρχει κάτι περισσότερο σὲ αὐτό. Ἐπειδὴ εἶναι ἀναμενόμενο νὰ πιστέψουμε ὄχι μόνο στὴν Θεϊκὴ δύναμη, ἀλλὰ στὴν Θεϊκὴ συμπόνια.

Τὸ κείμενο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου μᾶς μιλάει γιὰ τὸ ἔλεος. Ἔλεος σημαίνει τρυφερότητα, φροντίδα, ἀλλὰ πέρα ἀπ’ αὐτό, ὑπάρχει αὐτὴ ἡ σπουδαία, καὶ κατὰ ἕναν τρόπο τρομακτικὴ λέξη, «συμπόνια», ποὺ σημαίνει ἑτοιμότητα, καὶ πράγματι ὄχι μόνο ἑτοιμότητα ἀλλὰ τὴν πραγματικότητα νὰ ὑποφέρει κανείς, ἀναλαμβάνοντας μαζὶ τὸν πόνο ἑνὸς ἄλλου προσώπου. Καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ στὴν πραγματικότητα ἔκανε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἐνσάρκωσή Του. Δὲν ἐνδύθηκε μόνο τὴν ἀνθρώπινη φύση σ’ ὅλη τὴν ἀδυναμία της, ἀλλὰ ὅλο τὸν πόνο, τὰ βάσανα, τὴν ἀγωνία τοῦ καθένα ἀπὸ ἐμᾶς. Καὶ ἐὰν στρεφόμαστε σ’ αὐτὸν ζητώντας Του νὰ μᾶς θεραπεύσει, νὰ μᾶς βοηθήσει, αὐτὸ ποὺ ἀληθινὰ θέλουμε νὰ ποῦμε εἶναι, «Πιστεύω, Κύριε, ὅτι ἡ ἀγάπη Σου εἶναι τέτοια ὥστε δὲν ὑπάρχει πόνος τοῦ νοῦ, καμιὰ ἀγωνία τοῦ νοῦ, κανένας σωματικὸς πόνος ποὺ νὰ μὴν συμμετέχεις. Ναί, Ἐσὺ σταυρώθηκες, δὲν μοιράστηκες μοναχὰ τὸν θάνατό μας, ἀλλὰ τὸν πόνο ποὺ καίει σὲ κάθε καρδιὰ καὶ ξεσχίζει κάθε μέλος τοῦ σώματος.» Μποροῦμε νὰ στραφοῦμε στὸν Θεὸ ὅταν βρισκόμαστε σὲ ἀνάγκη καὶ νὰ ποῦμε, «Κύριε, ἔχω ἐμπιστοσύνη στὴν συμπόνια Σου. Πιστεύω ὅτι ὅποτε ὑποφέρω, δίκαια ἢ ἄδικα, ἀπὸ δικό μου φταίξιμο ἢ ὄχι, Ἐσὺ ὑποφέρεις μαζί μου, μοιράζεσαι τὴν ἀγωνία μου· καὶ ἡ ἀγωνία Σου εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν δική μου, ἐπειδὴ γνωρίζεις περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, τί θὰ μποροῦσα νὰ εἶμαι στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα.»

Καὶ ἔτσι ὅταν ἔχουμε ἀνάγκη τὸ θεῖο ἔλεος ἢ τὴ θεία βοήθεια, ἂς μὴν στραφοῦμε ἁπλὰ σὲ Ἐκεῖνον γιὰ νὰ τοῦ ποῦμε, «Κύριε, βρίσκομαι σὲ ἀνάγκη καὶ ἔχεις Ἐσὺ τὴ δύναμη», ἂς στραφοῦμε καὶ ἂς ποῦμε, «Γνωρίζω, Κύριε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα, πόνος, ἀγωνία ποὺ νὰ μὴν μοιράζεσαι μὲ μένα· λατρεύω τὴν ἀγάπη Σου, γονατίζω μπροστὰ στὸν σταυρό Σου, δέχομαι τὸν τρόμο νὰ μοιράζομαι μὲ Σένα τὸν πόνο μου, ἐπειδή, πιστεύω τόσο βαθιά, ἐξ ὁλοκλήρου στὴν συμπόνια Σου, δώρισέ μου νὰ μοιράζομαι τὴν ὁλότητά Σου». Ἀμὴν


Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr



Πρωτότυπο Κείμενο


"I believe, Lord, help my unbelief"
21 JULY 1996

In today's Gospel, as in other parts of the New Testament, we see men, women and children coming or being brought to Christ, in the hope that they will be healed — healed of their physical disease, healed of misery, of pain, of agony of life. And every time Christ says to them, "Dost thou believe that I can do this?” And on this occasion, the man who was asked about it concerning his ill son said, 'I believe, Lord, help my unbelief’. But if we believe that Christ our Lord has power to save, there is more to it, because what we are expected to believe is not in the divine power only, but in divine compassion.

The text of today's Gospel speaks of mercy. Mercy means tenderness, it means caring, but beyond this, there is this very great, and in a way frightening word, ‘compassion’, which means readiness, and indeed not only readiness but reality of suffering together, of carrying together the whole suffering of another person. And indeed this is what God has done in His incarnation. He has taken upon Himself not only the human nature with all its frailty, but all the pain, all the suffering, all the agony of each of us. And if we turn to Him, asking for healing, for help, what we really mean to say is, 'I believe, Lord, that Your love is such that there is no pain of mind, no agony of mind, no suffering of body which You do not participate in. Yes, You have been crucified, sharing not only our death, but the pain which sears at every heart and tears every limb.' Can we turn to God in our need and say, "Lord, I believe in Your compassion. I believe that whenever I suffer, justly or unjustly, for my own fault or not, You suffer with me, You share my agony; and beyond this, Your agony is greater than mine, because You know, more than I do, about what I could be, in body and soul.'

And so when we are in need of divine mercy or divine help, let us not simply turn to Him and say, "Lord, I am in need and You have the power”, let us turn and say, “I know, Lord, that there is no suffering, no pain, no agony which You do not share with me; I worship Your love, I bow down before Your crucifixion, I accept the horror of Your sharing all my suffering, and, because I believe in Your compassion so profoundly, so entirely, grant me to share in Your wholeness”. Amen.
πηγη.agiazoni

Δ΄ Κυριακή των Νηστειών (Ιωάννου της Κλίμακος)

Δ΄ Κυριακή των Νηστειών (Ιωάννου της Κλίμακος) – Ας προσέξουμε τα παιδιά! του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου


Δ΄ Κυριακή των Νηστειών (Ιωάννου της Κλίμακος) – Ας προσέξουμε τα παιδιά!  του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
«Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν» (Μᾶρκ. 9,21)

Ὁλοένα καὶ πλησιάζουμε στὴ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Πάσχα. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὴν Ἀνάστασι, χρειάζεται ψυχικὴ προετοιμασία. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς προσπαθεῖ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μὲ τὶς πυκνότερες ἀκολουθίες, τοὺς ὡραίους ὕμνους καὶ τὰ τροπάρια. Τὴν Τετάρτη ποὺ μᾶς ἔρχεται εἶνε ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνος καὶ θ᾽ ἀκούσουμε· «Ψυχή μου ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι…». Καὶ ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἡ Τετάρτη τῶν Νηστειῶν, εἶνε μία προετοιμασία γιὰ τὸ μεγάλο γεγονός.
Ἀκούσατε τὸ εὐαγγέλιο. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος μᾶς διηγεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα, ποὺ ἔκανε κάνει καὶ θὰ κάνῃ ὁ Κύριός μας. Τὸ θαῦμα αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ βασιλεὺς τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ὁ νικητὴς τῶν δαιμόνων, ὁ πραγματικὸς φίλος κάθε ἀνθρώπου ποὺ βασανίζεται.
Τὸ ἱστορικὸ τοῦ θαύματος εἶνε γνωστό, δὲν θὰ τὸ διηγηθῶ λεπτομερῶς. Σύντομα λέω μόνο, ὅτι ἕνα παιδὶ ἀρρώστησε. Μακάρι νὰ ἦταν ἄρρωστο· αὐτὸ ἀπ᾽ τὸ ὁποῖο ἔπασχε ἦταν χειρότερο ἀπὸ ἀρρώστια· τὸ παιδὶ ἦταν δαιμονό­πληκτο. Ὁ σατανᾶς, ποὺ εἶνε μιὰ πραγματικότης κι ἂς μὴ τὸ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι, μπῆκε μέσα του σὰν ἀγκάθι, ῥίζωσε καὶ τὸ τυραννοῦσε. Ἔπεφτε στὸ νερό, στὴ φωτιά, ἀπὸ γκρεμούς, ἄφριζε, ἔτριζε τὰ δόντια, τοῦ ἔδεσε τὴ γλῶσσα νὰ μὴ μιλάῃ, τοῦ ἔφραξε τ᾽ αὐτιὰ νὰ μὴν ἀκούῃ· ἦταν ἕνα τρισάθλιο ὄν. Τό ᾽βλεπε ὁ πατέρας καὶ καιγόταν. Τὸ πῆγε σὲ πολλούς· κανείς δὲν μπόρεσε νὰ τὸ θεραπεύσῃ. Μόνο ὁ Χριστὸς τὸ θεράπευσε· πῶς; μόνο μὲ τὸν παντοδύναμο λόγο του. Μὲ ὅση εὐκολία ὁ γιατρὸς βγάζει τὸ σάπιο δόντι ποὺ πονάει, μὲ ἀκόμη μεγαλύτερη ὁ Χριστὸς ἔβγαλε μέσα ἀπ᾽ τὸ παιδὶ τὸ πονηρὸ πνεῦμα. Τὸ παιδὶ ἐλευθερώθηκε, ἔγινε καλά, μιλοῦσε, ἄκουγε. Χαρὰ στὸν πατέρα! Κι ὁ πατέρας ἔπεσε στὰ πόδια καὶ εὐχαριστοῦσε τὸ Χριστό. Αὐτὸ μὲ συντομία εἶνε τὸ θαῦμα.
Ὅποιος τὸ διαβάζει ὅμως καὶ προσέξῃ τὸ διάλογο μεταξὺ Χριστοῦ καὶ πατέρα, θὰ τοῦ γεννηθῇ μιὰ ἀπορία. Ἐμεῖς ξέρουμε καὶ πιστεύουμε ἀκραδάντως ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς καὶ ὡς Θεὸς εἶνε παντογνώστης, τὰ ξέρει ὅλα· δὲν ὑπάρχει λεπτομέρεια τῆς ζωῆς μας ποὺ νὰ μὴν τοῦ εἶνε γνωστή. Ἤξερε λοιπὸν τὸν πατέρα, ἤξερε καὶ τὰ μυστικὰ τῆς ζωῆς τοῦ παιδιοῦ καλύτερα ἀπ᾽ αὐτόν. Συνεπῶς ἤξερε καὶ πότε τὸ δαιμόνιο μπῆκε στὸ παιδί. Ἀφοῦ λοιπὸν ἤξερε, γιατί ρωτάει «Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ;», ἀπὸ πότε τοῦ συνέβη αὐτό; (Μᾶρκ. 9,21). Ἀγνοοῦσε ὁ Χριστός; Ὄχι. Γιατί τότε ρώτησε;
Ἐρώτησε, γιὰ νὰ δώσῃ ἀφορμὴ στὸν πατέρα ν᾽ ἀπαντήσῃ. Καὶ μὲ τὴν ἀπάντησι ποὺ ἔδω­σε, τὸ «Παιδιόθεν» ποὺ εἶπε, ὅτι τὸ κακὸ ἦταν ἀπ᾽ τὰ μικρά του χρόνια, θέλησε ὁ Χριστὸς νὰ παρατηρήσῃ – νὰ ἐλέγξῃ τὸν πατέρα γιὰ ἀμέλεια· διότι καὶ αὐτὸς ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τὸ κατάντημα τοῦ παιδιοῦ· ἔδειξε ἀδιαφορία, δὲν φρόντισε. Στὴν ἀρχή, ποὺ ἡ «φωτιὰ» ἦταν μικρή, δὲν τὴ ἔσβησε· ἄφησε καὶ φούντωσε, κι ὅταν πιὰ τὸ κακὸ ῥίζωσε, τότε ἔτρεξε καὶ ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλ᾽ αὐτὴ ἡ ἐρώτησι τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀπάντησι τοῦ πατέρα εἶνε ἔλεγχος γιὰ τοὺς περισσοτέρους γονεῖς· ποὺ θά ᾽πρεπε σήμερα νά ᾽νε ὅλοι στὴν ἐκκλησία, ν᾽ ἀκούσουν τὸ εὐ­αγγέλιο αὐτό· εἶνε ἕνας ἔλεγχος τῶν γονέων.
Ὦ πατεράδες καὶ μανάδες μὲ μικρὰ παιδιά· τὰ καμαρώνετε, τὰ λέτε ἀγγελούδια. Εἶνε ἆραγε; Μακάρι νὰ ἦταν. Τὰ παιδιά, ποὺ ἀγαπᾶτε καὶ θυσιάζεστε γι᾽ αὐτά, μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἶνε παιδιὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, ἔχουν μέσα τους διάφορες κακίες καὶ ἐλαττώματα.
⃝ Βλέπεις αὐτὸ τὸ ἀγγελούδι κι ἅμα δὲν γίνῃ τὸ θέλημά του, γίνεται μέσα στὸ σπίτι τύραννος· ἂν δὲν γίνῃ τὸ θέλημά του, πεισμώνει, πέφτει κάτω χτυπιέται κι ἀφρίζει σὰν τὸ δαιμονισμένο τοῦ εὐαγγελίου. Εἶνε μικρὸ δαιμόνιο τὸ πεῖσμα; Νὰ σκεφτῆς, μάνα, πολὺ καλά· ἀλλοίμονο ἂν αὐτὸ τὸ πεῖσμα αὔριο μεγαλώσῃ.
⃝ Βλέπεις ἐσὺ ἡ ἄλλη μάνα τὸ παιδί, ποὺ δὲν τολμάει νὰ τὸ πειράξῃ ἄλλο παιδί, ἀλλὰ μὲ τὴν παραμικρὴ ἀφορμὴ θυμώνει, ὁρμάει, ἁρπάζει πέτρες ἢ ὅ,τι ἄλλο βρῇ γιὰ νὰ χτυπήσῃ τὸ ἀ­δελφάκι του; Ἔχει τὸ δαιμόνιο τῆς ἔριδος, τῆς φιλονικίας. Εἶνε μικρὸ τὸ δαιμόνιο αὐτό;
⃝ Βλέπεις τὸ ἄλλο ἀγγελούδι σου, ποὺ τὸ λὲς «χρυσό μου», καὶ μόλις δώσῃ κανεὶς στὸ ἄλλο παιδὶ μιὰ κούκλα ἢ κάτι ἄλλο, κιτρινίζει σὰ λεμόνι. Τί ἔχει μέσα του; Ἔχει τὸ σοβαρὸ ἐλάττωμα ποὺ λέγεται φθόνος. Εἶνε μικρὸ τὸ ἐλάττωμα αὐτό, νὰ φθονῇ τὸ ἀδελφάκι του γιατὶ τὸ χάιδεψαν ἢ τοῦ ᾽δωσαν ἕνα παιχνιδάκι;
⃝ Βλέπεις ἐσὺ μάνα τὸ ἄλλο ἀγγελούδι σου νὰ ἔχῃ μιὰ μανία καταστροφῆς· ὅ,τι βρῇ μπροστά του τὸ σπάζει, βασανίζει ζῷα, σκοτώνει πουλιά, περιπαίζει τοὺς γέρους. Ἔχει τὸ δαιμόνιο τῆς κακίας καὶ μοχθηρίας· οἱ ψυχολόγοι λένε ὅτι, ἂν δὲν τὸ προσέξῃς θὰ γίνῃ σαδιστής, νὰ χαίρεται ὅταν σφάζει τὸν ἄλλο.
Τὰ παιδιὰ εἶνε μῆλα ὡραῖα ἀπ᾽ ἔξω, ἀλλὰ μέσα ἔχουν σκουλήκι, ἔχουν μέσα τὸ κακό. Τί πρέπει νὰ γίνῃ; Πρέπει νὰ τὰ προσέξουμε ὅσο εἶνε μικρὰ καὶ τὸ κακὸ σὲ μικρὴ ἔκτασι.
⃝ Κάποιος ὀνομαστὸς πνευματικὸς πατέρας, γιὰ νὰ διδάξῃ τὰ παιδιά του ὅτι πρέπει ἀπὸ μικροὶ νὰ φροντίζουν, γιατὶ τὰ πολυχρόνια πάθη εἶνε δυσίατα ἂν ὄχι ἀθεράπευτα, τοὺς πῆγε μιὰ μέρα στὸ περιβόλι, ὅπου ὑπῆρχαν διάφορα δέντρα. Βλέπετε, λέει, αὐτὸ τὸ μικρό θάμνο; ξερριζῶστε τον. Τὸν ξερρίζωσαν μὲ εὐκολία. Βλέπετε ἐκεῖνο τὸ δεντράκι; ξερριζῶστε το.
Τὸ ξερρίζωσαν. Βλέπετε τὴ λεμονιά; ξερριζῶστε την. Ἐδῶ δυσκολεύτηκαν λίγο. Βλέπετε τὴν ἀμυγδαλιά; γιά προσπαθῆστε. Προσπάθησαν ὅλοι μαζί, μὰ δὲν μπόρεσαν· εἶχε τὶς ῥίζες βαθειά. Καταλάβατε τί θέλω νὰ σᾶς πῶ; Τὰ ἐλαττώματα στὴν ἀρχὴ εἶνε σὰν τὰ μικρὰ δεντράκια· εὔκολα τὰ ξερριζώνεις· ἂν ἀφήσῃς ὅμως τὸ κακὸ καὶ μεγαλώσῃ μαζὶ μὲ τὴν ἡλικία, τότε γίνεται γέρικο πλατάνι, καὶ δὲν ξερριζώνεται. Γι᾽ αὐτὸ ἀπαιτεῖται προσοχὴ ἀπὸ τὴ μικρὴ ἡλικία. Θά ᾽θελα νά ᾽χα μπροστά μου ὅλους τοὺς γονεῖς, νὰ κρούσω τὸν κώδωνα καὶ νὰ τοὺς φωνάξω· Προσοχή! ὄχι στὰ πορτοφόλια, ὄχι στὰ κτήματα, ὄχι στὶς δουλειές, ἀλλὰ στὰ παιδιά. Προσοχὴ στὶς συναναστροφὲς μὲ φίλους καὶ φιλενάδες· μιὰ κακὴ συναναστροφὴ μπορεῖ νὰ καταστρέψῃ τὸ παιδί. Τὸ εἶπε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, τὸ εἶπαν οἱ ἀρχαῖοι, τὸ εἶπε κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί», καταστρέφουν τὸν ἄνθρωπο οἱ κακὲς παρέες (Α΄ Κορ. 15,33). Προσοχὴ ἀκόμη στὰ ἀναγνώσματα (βιβλία, περιοδικά, μυθιστορήματα)· ἕνα βιβλίο κακὸ εἶνε φαρμάκι, θανατώνει. Προσοχὴ στὶς ταινίες – τὰ θεάματα· ἀπὸ ᾽κεῖ βγαίνουν ἐγκληματίες. Προσοχὴ στὶς ἐκδρομές· μπορεῖ ἀπὸ μιὰ ἐκδρομὴ τὸ παιδὶ νὰ γυρίσῃ ῥάκος. Προσοχὴ μέρα – νύχτα.
⃝ Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προσοχὴ τί ἄλλο χρειάζεται; Κάτι ποὺ τὸ λησμόνησαν οἱ γονεῖς· τιμωρία. Ναί· ἀλλοίμονο ἂν δὲν τιμωρῇς τὸ παιδί. Χαρὰ στὸν πατέρα καὶ τὴ μάνα ποὺ ἔχει τὸ κουράγιο νὰ τιμωρῇ· ὅταν πεθάνουν, τὸ παιδὶ θὰ θυμᾶται ὄχι τὰ χάδια ἀλλὰ τὶς τιμωρίες τους. Βλα­στημάει τὸ παιδὶ μπροστά σου, λέει αἰσχρά, κ᾽ ἐσὺ γελᾷς; Φωτιὰ σ᾽ ἐσένα, φωτιὰ καὶ σ᾽ αὐτό.
⃝ Ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ τὴν προσοχὴ καὶ τὴν τιμωρία χρειάζεται καλὸ παράδειγμα ἀπὸ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα. Τὸ παιδὶ δὲν προσέχει τὰ λόγια· προσέχει τὴ διαγωγή, τὴ ζωή. Μόνο γονεῖς ποὺ ζοῦν τὸ Χριστὸ μποροῦν νὰ φυτέψουν στὰ παιδιὰ χριστιανικὲς ἀρετὲς καὶ νὰ τὰ κάνουν παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ μας.
⃝ Εἶπα προσοχή, τιμωρία, παράδειγμα, μὰ κάτι λησμόνησα· παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, πατέρα – μάνα, στὰ γόνατα, στὴν προσευχή! νὰ παρακαλῆτε τὸ Θεὸ νὰ φωτίζῃ τὰ παιδιά σας· ἂν δὲν τὰ φωτίσῃ, δὲν θὰ γίνῃ τίποτα.
Δύσκολο πρᾶγμα ἡ ἀνατροφὴ καὶ ἀγωγὴ ἑνὸς παιδιοῦ, σήμερα μάλιστα. Κι ἂν οἱ γονεῖς ἀ­μελήσουν, ἡ τιμωρία θά ᾽νε μεγάλη. Ἕνας μελλοθάνατος κακοῦργος φώναζε στὴ μάνα του· Ἐσὺ φταῖς, γιατὶ ὅταν ἔκλεψα ἕνα ἀβγὸ δὲ μοῦ ᾽σπασες τὸ χέρι, ἔτσι ἔφτασα νὰ γίνω ἐγκληματίας.
Ἂς προσέξουμε λοιπὸν ὅλοι. Νὰ στρέψουμε τὴν προσοχὴ στὸ παιδί. Τὸ κράτος –τὸ λέω μὲ λύπη– δὲν προσέχει. Κι ὄχι μόνο αὐτό· δυστυχῶς αὐτὸ εἶνε ὁ μεγαλύτερος διαφθορεὺς τῆς νεότητος. Μὲ πλῆθος τρόπους σπρώχνει στὴ διαφθορά. Γι᾽ αὐτὸ εἶνε δύσκολη ἡ ἀγωγή.
Ἂν προσέξουμε, ἀπὸ αὐτὰ τὰ μικρὰ παιδιὰ θὰ βγῇ μιὰ νέα γενεά, χαρὰ τοῦ σπιτιοῦ, χαρὰ τῶν ἀγγέλων, χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας. Ἂν τ᾽ ἀφήσουμε χωρὶς φροντίδα, τότε κρίμα στὰ χρήματα, στὰ σπίτια, στὰ γεφύρια…· ἅμα μεγαλώσουν, θὰ γίνουν φαῦλοι, διαρρῆκτες, ἐπικίνδυνοι ἄνθρωποι, θὰ βάλουν φωτιὰ νὰ τὰ κάψουν ὅλα.
Νὰ προσέξουμε τὰ παιδιά! φωνάζει τὸ εὐαγγέλιο· γιὰ νά ᾽χουμε τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-
 πηγη.zoiforos