Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Ιουλίου 2017

Παραμύθι για πολύ… τρανούς!

Παραμύθι για πολύ… τρανούς!

Παραμύθι για πολύ… τρανούς!
                   Αθανάσιου Γκάτζιου
Μια φορά κι έναν καιρό  ήταν ένας Βασιλιάς που πάντα ονειρευόταν  να αγγίξει το φεγγάρι. Δε σκεφτόταν τίποτε άλλο και αδιαφορούσε παντελώς για το βασίλειό του. Μια μέρα κάλεσε τον ξυλουργό του και του είπε: «Η επιθυμία μου είναι να αγγίξω το φεγγάρι. Πρέπει να μου κατασκευάσεις έναν πύργο τόσο υψηλό, ώστε να μπορέσω να πραγματοποιήσω το όνειρό μου».
Ο ξυλουργός ήξερε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό, αλλά   ό,τι διέταξε ο Βασιλιάς. Έτσι άρχισε να εργάζεται για την κατασκευή του πύργου. Σύντομα όμως τελείωσαν όλα τα ξύλα των εργαστηρίων του βασιλείου καθώς  χρησιμοποιήθηκαν για τον πύργο. Εξήγησε την κατάσταση στο Βασιλιά, αλλά εκείνος επέμενε: «Εγώ πρέπει να αγγίξω το φεγγάρι. Έχω μια ιδέα. Κάθε πρόσωπο του βασιλείου μου θα φέρει στο Παλάτι μου  όσα  κιβώτια  διαθέτει  και έτσι θα κατορθώσουμε να τελειώσουμε τον πύργο».
 Κάθε  πολίτης του βασιλείου έφερε τα ξύλινα κιβώτιά του στο Παλάτι. Συγκεντρώθηκαν εκατομμύρια  κιβώτια και ο ξυλουργός στρώθηκε στη δουλειά τοποθετώντας τα το ένα πάνω στο άλλο. ‘Όταν ο βασιλιάς αντίκρισε τον πύργο, ούρλιαξε: «Δεν είναι αρκετά ψηλός. Πελεκήστε όλα τα δέντρα του Βασιλείου μου και φτιάξτε όσα περισσότερα κιβώτια μπορείτε». Κάθε δέντρο στο Βασίλειο κόπηκε. Όλα   έγιναν κιβώτια που τοποθετήθηκαν στον πύργο, ο οποίος  έφτασε  πλέον ως τα σύννεφα.
Ο Βασιλιάς άρχισε να σκαρφαλώνει στον πύργο. Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε όλο και πιο ψηλά στον ουρανό, ώσπου μπήκε μέσα στα σύννεφα. Επιτέλους ο βασιλιάς έφτασε στην κορυφή του πύργου! Το φεγγάρι φαινόταν πολύ κοντά. Άπλωσε το χέρι του για να το αγγίξει , αλλά  ήταν ακόμη μερικά εκατοστά πιο ψηλά.  Ένα ακόμη κιβώτιο και το όνειρό του θα γίνει πραγματικότητα!
Ο Βασιλιάς έγινε έξαλλος,  μα ξαφνικά ηρέμησε. «‘Έχω μια λαμπρή ιδέα∙   πάρε το κιβώτιο από το κάτω μέρος του πύργου και φέρε το   επάνω σ’ εμένα», είπε στον ξυλουργό.
«Τι; Ένα από το κάτω μέρος;», απάντησε  με κομμένη την ανάσα του ο ξυλουργός.
«Ναι, ένα  από το κάτω μέρος και καν’ το αμέσως, προτού σου πελεκήσω το κεφάλι», ξεφώνησε  ο Βασιλιάς απ’ την κορυφή.
Έτσι, ο ξυλουργός έκλεισε τα μάτια του, τράβηξε από τη λαβή το τελευταίο κιβώτιο και απομακρύνθηκε γρήγορα.  Ο πύργος σωριάστηκε! Και κάπου, κάτω από τα εκατομμύρια   κιβώτια ήταν εγκλωβισμένος  ο Βασιλιάς. Κανείς δε γνωρίζει τι  συνέβη με το Βασιλιά! Γνωρίζουμε όμως πολύ καλά  ότι δεν άγγιξε ποτέ το φεγγάρι!
Θαρρώ ότι δεν διαφέρουμε και πολύ από τη φιγούρα του άφρονα βασιλιά της Καραϊβικής Παράδοσης. Πασχίζουμε στη ζωή μας να ακροβατούμε στον απατηλό και ονειρικό παρόντα χωροχρόνο, στηριζόμενοι πάνω στα ποικιλόχρωμα «κιβώτιά» μας στα οποία στηρίζουμε την «απογείωσή» μας για να γίνουν κάποια στιγμή τα «μπάζα» που θα εξαφανίσουν την ύπαρξή μας, ακόμη και αυτό το   στίγμα μας από τη ζωή!  Γινόμαστε όμως ζωντανό παράδειγμα βαβελικής αλαζονείας κυρίως για τα παιδιά μας,  τα οποία ζυγίζουν και σταθμίζουν κάθε λόγο, κίνηση, πράξη και συμπεριφορά μας! Την καταγράφουν στο «σκληρό» δίσκο της ψυχής τους και όλως ασυνείδητα σε δύσκολες στιγμές της ζωής τους την μιμούνται! Εμείς όμως απτόητοι συνεχίζουμε το χτίσιμο  του «πύργου» μας  για να  επαληθευθεί για μια ακόμη φορά και προσωπικά  για μας ο λόγος του Θεού: « Είδον τον ασεβή υπερυψούμενον και επαιρόμενον ως τας κέδρους του Λιβάνου. Και παρήλθον, και ιδού ουκ ην, και εζήτησα αυτόν, και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού». (Ψαλμ.λστ΄, 35-37).pigi,isagiastriados

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

Η Εκκλησία ως γεγονός ζωής

Η Εκκλησία ως γεγονός ζωής

 
Η Εκκλησία ως γεγονός ζωής
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Στη μοναξιά του ανθρώπου στην εποχή της έντονης επικοινωνίας και συγκοινωνίας, που οι αποστάσεις καταργήθηκαν και ο πλανήτης έγινε μια γειτονιά, η γιορτή των «γενεθλίων της Εκκλησίας» είναι μια έντονη πρόκληση για το ρόλο της στον 21ο αιώνα.
Δεν πρόκειται για φιλολογικές συζητήσεις σε συνέδρια. Αφορούν τη ζωή μας, την καθημερινότητά μας, την ίδια την ύπαρξή μας, γιατί ο άνθρωπος, πλασμένος κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού, αναδεικνύει το πρόσωπό του στο σημείο που σχετίζεται με τους άλλους, που κοινωνεί τη χαρά και τον πόνο τους κι αυτός τη δική του χαρά και το δικό του πόνο. 
Η «τελευταία και μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής», αφού προηγήθηκε το Τριώδιο και το Πεντηκοστάριο με το θάνατο, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Κυρίου, μας φέρνει στην ύπαρξη της Εκκλησίας ως το σκοπό της παρουσίας Του στον κόσμο της διάσπασης και του θανάτου.
Ο Χριστός, δηλαδή, ήλθε όχι για να προσθέσει μια θρησκεία στις ήδη υπάρχουσες, ούτε και να μας δώσει μια ωραία διδασκαλία, αλλά για να δημιουργήσει την Εκκλησία ως σώμα Του.  Μέσα εκεί, ως τρόπο ζωής, ο άνθρωπος γίνεται φυσιολογικός, βρίσκει το χαμένο εαυτό του, τον πλησίον, το Θεό του.  Όχι μόνος του, αφού κατά το αρχαίο πατερικό γνωμικό «μόνος χριστιανός καθόλου χριστιανός».  Ο Ρώσσος Αλέξης Χωμιακώφ (19ος αιώνας) θα πει το εξής σημαντικό: «Κανείς δεν σώζεται μόνος.  Σώζεται μέσα στην Εκκλησία, ως μέλος Της, και σε ενότητα με όλα τα άλλα μέλη Της.  Εάν κάποιος πιστεύει, βρίσκεται σε ενότητα πίστεως∙ εάν αγαπά, βρίσκεται σε ενότητα αγάπης∙ αν προσεύχεται, βρίσκεται σε ενότητα προσευχής».
Είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε τη σωτηρία ως την ολοκλήρωση τού προσώπου μας εν Χριστώ μέσα στην Εκκλησία, ως κοινωνία προσώπων,  όπως και την απώλειά της ως εγωκεντρισμό, απομόνωση, αυτάρκεια, μοναξιά.  Κι ακόμα, πως ο όποιος ορισμός της Εκκλησίας γίνεται περιορισμός που συντρίβει αντί να ελευθερώνει.  Πώς να την ορίσεις, αφού το Άγιο Πνεύμα «όπου θέλει πνει»;
Δεν είναι τυχαίο που οι άγιοι Πατέρες όρισαν την επομένη της Πεντηκοστής να γιορτάζουμε το Άγιο Πνεύμα που αποκάλυψε καθαρά την Αγία Τριάδα.  Με τη δική Του φώτιση και ενέργεια θα μπορέσουμε να ζήσουμε εκκλησιαστικά, να νικήσουμε τα πάθη που μας χωρίζουν, να κοινωνήσουμε τη ζωή μας με την αγάπη, να θεραπευτούμε από την αμαρτία, να ζήσουμε φυσιολογικά.
Το Πνεύμα το Άγιο καθοδηγεί τους πνευματικούς πατέρες για να καθοδηγούν, χαρίζει τα χαρίσματα «προς οικοδομή του σώματος της Εκκλησίας», τελειοποιεί τα μυστήρια, μεταβάλλει τη σκληρότητα σε αγιότητα με τη μετάνοια.

Αν νιώθουμε μόνοι, αβοήθητοι, συγχυσμένοι, μίζεροι και ταλαίπωροι, είναι γιατί δεν ζούμε την Εκκλησία ως γεγονός ζωής, ως οικογένεια του ουράνιου Πατέρα.  Κι όμως, στα Μοναστήρια και στις εκκλησιαστικές κοινότητες, που βιώνεται πρακτικά η εκκλησιαστική ζωή, οι άνθρωποι αγιάζονται, χαίρονται, σώζονται.  Με πόνο και δάκρυ και μυστικό σταυρό, αλλά με συνοδοιπόρο την ειρήνη του Χριστού, τη χαρά και τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος.

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Το δώρο της ζωής

Το δώρο της ζωής


Το δώρο της ζωής
JorgeBucay
Ήταν κάποτε ένας ξυλουργός που ειδικευόταν στη συναρμολόγηση προκατασκευασμένων σπιτιών. Εργαζόταν για κάποιον επιχειρηματία , ο οποίος του προμήθευε έτοιμα τα ξύλα κι εκείνος τα μοντάριζε, στερέωνε τους αρμούς, έφτιαχνε το σπίτι και προετοίμαζε τις λεπτομέρειες.
Μια μέρα, αποφάσισε ο ξυλουργός ότι είχε δουλέψει αρκετά , κι είναι πια καιρός να ξεκουραστεί. Έτσι πάει να μιλήσει στον επιχειρηματία και του λέει πως πήρε την απόφαση να βγει στη σύνταξη. Καθώς, όμως, του έμενε ακόμη να τελειώσει ένα σπίτι, τον ειδοποίησε ότι αυτή θα είναι η τελευταία του δουλειά.
«Τι κρίμα!» λέει ο επιχειρηματίας, «είσαι καλός στη δουλειά σου… Δε θέλεις να δουλέψεις λίγο ακόμα;»
«Όχι, όχι. Η αλήθεια είναι πως έχω πολλά πράγματα να κάνω, θέλω και να ξεκουραστώ…»
«Πολύ καλά.»
Ο ξυλουργός τελειώνει το τελευταίο σπίτι και πάει να αποχαιρετήσει τον επιχειρηματία, αλλά αυτός του λέει:
«Κοίτα, ήρθε μια παραγγελία της τελευταίας στιγμής, πρέπει να φτιάξεις ακόμη ένα σπίτι. Αν μου κάνεις αυτή τη χάρη…Δε θα έχεις τίποτε άλλο να κάνεις… Ασχολήσου αποκλειστικά με την κατασκευή αυτού του τελευταίου σπιτιού, πάρε όσο χρόνο χρειάζεσαι, αλλά σε παρακαλώ, ανάλαβε αυτήν την τελευταία δουλειά».
Ο ξυλουργός, αν και θυμωμένος με την παραγγελία αυτή, αποφασίζει παρ’ όλα αυτά να  την εκτελέσει και να φτιάξει το σπίτι όσο πιο γρήγορα γίνεται, για να πάει μετά να ξεκουραστεί, όπως ήθελε πραγματικά.  Τώρα πια δεν έχει τίποτε να διαφυλάξει, αφού θα σταματήσει τη δουλειά του, τώρα πια δεν χρειάζεται να επιδιώκει την αναγνώριση των άλλων, τώρα δεν διακυβεύεται η φήμη του ούτε η αμοιβή του, τώρα δεν διακινδυνεύει τίποτε απολύτως, γιατί έχει τελειώσει την καριέρα του. Το μόνο που θέλει, είναι να τελειώσει το σπίτι γρήγορα.
Έτσι λοιπόν, συναρμολογεί τα ξύλα, τα στερεώνει χωρίς πολύ κέφι χρησιμοποιεί υλικά πολύ χαμηλής ποιότητας για να μειώσει το κόστος, δεν τελειώνει τις λεπτομέρειες… Με λίγα λόγια, κάνει δουλειά πολύ κατώτερη αυτής που έκανε συνήθως. Τέλος, στα γρήγορα, ολοκληρώνει το σπίτι.
Οπότε, πάει στον επιχειρηματία κι εκείνος, έκπληκτος,του λέει:
«Τι; Το τελείωσες κιόλας;»
«Ναι, ναι, είναι έτοιμο.»
«Ωραία, πάρε… Βάλε την κλειδαριά , κλείδωσε και φέρε μου το κλειδί.»
Πάει ο ξυλουργός, βάζει την κλειδαριά, κλειδώνει και επιστρέφει με το κλειδί.
Μόλις παίρνει ο επιχειρηματίας το κλειδί, του το ξαναδίνει και λέει:
«Αυτό είναι το δώρο της εταιρίας για σένα…»
Μπορεί να μην το καταλαβαίνουμε. Όμως η ζωή που φτιάχνουμε καθημερινά είναι το σπίτι μέσα στο οποίο ζούμε. Και το χτίζουμε εμείς οι ίδιοι.

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Πάσχα: ξεκίνημα νέας ζωής

Πάσχα: ξεκίνημα νέας ζωής



Πάσχα: ξεκίνημα νέας ζωής
Αρχιμ. Φιλόθεου Μαχαιριώτη
Άνοιξη κι η φύση ντυμένη τα καλά της, συνθέτει μια πολύχρωμη εικόνα, μυρωδιών και ήχων, που αποτελούν ό,τι έχει περάσει «από τη μνήμη στην καρδιά».
Το ένα κερί παίρνει τη θέση του δίπλα στο άλλο στο μανουάλι κι οι χριστιανοί τη θέση τους μέσα στην εκκλησία. Λαμπροφορεμένη η εκκλησία, λαμπροφορεμένος ο κόσμος, αστράφτουν τα πρόσωπα. Έφτασε η Λαμπρή: «Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες, όλοι, μικροί, μεγάλοι, ετοιμαστείτε. Μέσα στις εκκλησιές τις δαφνοφόρες, με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε. Ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες, μπροστά στους Αγίους και φιληθείτε. Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι». («Η ημέρα της Λαμπρής», Διονύσιος Σολωμός). Ανοίγουν τα ροδοπέταλα της καρδιάς κάθε χριστιανού, για να δεχθεί μέσα της το χαρμόσυνο μήνυμα: Χριστός Ανέστη! Η φύση, οι άνθρωποι, οι άγγελοι κι ο Ίδιος ο Χριστός, κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, συνεορτάζουν τη νίκη της ζωής κατά του θανάτου. Ας μη μείνει κανείς  έξω απ’ αυτή τη μεγάλη γιορτή: «εισέλθετε πάντες εις την χαράν του Κυρίου».
Το Πάσχα συμβολίζει το ξεκίνημα μιας νέας ζωής. Ο κάθε χριστιανός που αποβάλλει από μέσα του την αμαρτία προστρέχοντας στο λουτρό της μετάνοιας, που με συντετριμμένη καρδία συμμετέχει στο ύψιστο των μυστηρίων, τη Θεία Ευχαριστία, αυτός ενώνεται με το Χριστό και αναγεννιέται. Κατά τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο, όταν εμείς οι άνθρωποι εξερχόμαστε από τον κόσμο και εισερχόμαστε με την εξομοίωση των παθημάτων του Κυρίου στον τάφο της μετανοίας και της ταπεινώσεως, Αυτός ο Ίδιος κατεβαίνει από τους ουρανούς, εισέρχεται στο σώμα μας σαν σε τάφο, ενώνεται με τις νεκρωμένες πνευματικά ψυχές μας και τις ανασταίνει. Έτσι παρέχει τη δυνατότητα σ’ εκείνον που συναναστήθηκε μαζί του να βλέπει τη δόξα της μυστικής του αναστάσεως.
Η ανάσταση της ψυχής είναι η ένωσή της με τη Ζωή και το ξεκίνημα μιας νέας, εν Χριστώ ζωής. Αυτή είναι η νέα διάσταση, που δίνει στη ζωή μας η Ανάσταση του Κυρίου μας. Γι’ αυτό και η Ανάσταση δεν τελειώνει εκείνο το βράδυ, ούτε διαρκεί μόνο μία εβδομάδα. Η Ανάσταση είναι ένα γεγονός, που οι χριστιανοί βιώνουν καθημερινά.  Η Ανάσταση του Χριστού μάς γεμίζει με φως, χάρη, χαρά, ελπίδα και νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ο Χριστός ανέστη και μαζί του συνανέστησε την οικουμένη. «Και αυτός μεν ανέστη θραύσας τα δεσμά του θανάτου, ημάς δε ανέστησε συντρίψας τας αλυσίδας των αμαρτιών μας». Ο Χριστός με την Ανάστασή Του ελευθερώνει όλη την ανθρωπότητα και τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά από το βαρύ φορτίο των αμαρτιών του. Γι’ αυτό πλεόν «μηδείς οδυρέσθω πταίσματα˙ συγγνώμη γάρ εκ του τάφου ανέτειλε.» Ας μην απελπιζόμαστε για τις αμαρτίες μας. Τώρα υπάρχει σωτηρία. Τώρα υπάρχει τρόπος επιστροφής. Η θυσία του Χριστού πάνω στο Σταυρό δεν αφήνει περιθώρια απόγνωσης κι απελπισίας, αλλά φωτίζει το δρόμο της ελπίδας με οδηγό την αληθινή μετάνοια και την ταπείνωση.
«Ας εορτάσωμεν, λοιπόν, την εορτήν της Αναστάσεως του Κυρίου. Είδες το κατόρθωμα της Αναστάσεως; Είδες την φιλανθρωπίαν του Κυρίου; Είδες μέγεθος φροντίδος;», πανηγυρίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και μας προτρέπει να ευγνωμονούμε τον Κύριό  μας για τη μεγάλη του φιλανθρωπία και ανεξάντλητη αγάπη. Ας χαιρετούμε καθημερινά το συνάνθρωπό μας προσφωνώντας τον «Χριστός Ανέστη, χαρά μου!», όπως συνήθιζε ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, σκορπώντας παντού το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως.
πηγη.isagiastriados

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

"Νεκροψία" στο ανθρώπινο σώμα του ιησού Χριστού

 
«ΝΕΚΡΟΨΙΑ» ΣΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Δημήτρη Ριζούλη

Ο Φίλιππος Κουτσάφτης είναι ο προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών και ίσως ο πιο διάσημος ιατροδικαστής των τελευταίων δεκαετιών.
Έχει κληθεί να μελετήσει και να αποφανθεί για τα μεγαλύτερα σύγχρονα εγκλήματα και οι εκθέσεις του προσέφεραν πολύτιμα στοιχεία στις Αρχές.
Αυτή τη φορά όμως εκλήθη να κάνει μια διαφορετική «νεκροψία» και «έκθεση» για το μαρτύριο και τον θάνατο του Ιησού.
Ο κ. Κουτσάφτης έχει κάνει μια βαθιά μελέτη (συστηματικά εδώ και καιρό) για το θέμα, εξετάζοντας όλες τις πηγές και αναλύοντας τα Πάθη και τον θάνατο του Ιησού με επιστημονικό τρόπο. Σήμερα αναλύει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» τα αίτια θανάτου του Ιησού, την επίπτωση κάθε βασανιστηρίου αλλά και την ψυχοσωματική κατάσταση του Χριστού. Τέλος, απαντά γιατί καταρρίπτονται όλες οι θεωρίες που αμφισβητούν ότι ο Χριστός πέθανε πάνω στον Σταυρό, με τελικό σκοπό να αμφισβητηθεί η Ανάστασή Του.
Κύριε Κουτσάφτη, τα στοιχεία που έχουμε στα χέρια μας από τις Γραφές, την παράδοση της Εκκλησίας και τις ιστορικές πηγές μάς δίνουν μια πλήρη εικόνα για τα μαρτύρια του Χριστού;
Βεβαιότατα. Ξέρουμε πάρα πολλά στοιχεία και θα έλεγε κανείς ότι μπορούμε να βγάλουμε ένα πόρισμα. Ελπίζω να μην ακούγεται ασεβές αυτό το τόλμημα σε ορισμένους, γιατί τόλμημα είναι. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το θείο πάθος είναι εκούσιο. Ο Κύριος με τη δική Του θέληση δέχτηκε τα πάντα, γι’ αυτό ακόμα και την ώρα που τα καρφιά έσκιζαν τις σάρκες του και τρυπούσαν τα οστά Του αυτός προσευχόταν για τους σταυρωτές Του, πράγμα πρωτοφανές.
Ποια ήταν λοιπόν η επίπτωση των Παθών;
Αυτό που πρέπει όλοι να γνωρίζουν είναι ότι τα Πάθη είναι ψυχοσωματικά. Ο Χριστός, όταν φεύγει από τον Μυστικό Δείπνο και πορεύεται για να προσευχηθεί, αφήνοντας λίγο πιο μακριά τους τρεις μαθητές (Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη), εμφανίζεται με βάση τις Γραφές εκστατικός σαν κάτι δυσάρεστο να περιμένει. Στο τέλος (ενώ οι μαθητές δεν έχουν αντιληφθεί τι συμβαίνει) ο Ιησούς προσεύχεται για τρίτη φορά και τρέχει από το μέτωπό του ιδρώτας και αίμα.
Αυτό το σημείο της διήγησης περί «αιματηρού ιδρώτα» αμφισβητήθηκε πολύ έντονα για αιώνες. Ο Ευαγγελιστής όμως γράφει κάτι που ήταν αδιανόητο και πρωτοφανές χωρίς να τον νοιάζει αν θα τον αμφισβητήσουν ή αν θα πουν ότι γράφει φανταστικά πράγματα. Πράγματι, λοιπόν, το Ευαγγέλιο 2000 χρόνια μετά δικαιώθηκε, καθώς η Ιατρική πρόσφατα αποφάνθηκε ότι υπάρχει ένα σπάνιο συνοδό σύμπτωμα του οργανισμού με αυτά τα χαρακτηριστικά όταν κάποιος βρεθεί σε μεγάλη ψυχοσωματική ένταση.
Ξέρουμε πλέον από τη σύγχρονη επιστήμη ότι οι ιδρωτοποιοί αδένες είναι διάσπαρτοι στο σώμα, αλλά οι πολυπληθέστεροι βρίσκονται στις παλάμες, στα πέλματα, στον αυχένα, στις παρειές και στο μέτωπο. Όταν ο άνθρωπος βρεθεί σε μεγάλη ένταση, είναι δυνατόν να γίνει αυτόματη ρήξη μεγάλου αριθμού τριχοειδών αγγείων στο πείραμα των αδένων.
Το αίμα που απελευθερώνεται αναμειγνύεται με τον ιδρώτα, τον βάφει κόκκινο και στη συνέχεια το παραχθέν μείγμα αναβλύζει στο δέρμα. Δηλαδή ο Ευαγγελιστής Λουκάς έγραψε την αλήθεια. Καταλαβαίνει, όμως, κανείς σε πόσο μεγάλο βαθμό έντασης βρισκόταν ο Ιησούς πριν ακόμα από τη σύλληψή Του.
Την άλλη μέρα ήξερε ότι θα αναλάβει την ανθρώπινη αμαρτία ως αντικαταστάτης του πεσόντος ανθρώπου και θα αντιμετωπίσει πάνω στον Σταυρό τη θεία δικαιοσύνη. Δεν ήθελε να χάσει το βλέμμα του πατέρα Του που ήταν στραμμένο πάνω Του. Δεν ήταν η αγωνία Του ούτε για τη μαστίγωση ούτε για τα καρφιά.
Τα μαρτύρια πριν από τη Σταύρωση ποια ήταν και ποια επίπτωση είχαν;
Μετά τη σύλληψη ο Ιησούς πέρασε από έξι εξαντλητικές και κακόπιστες ανακρίσεις.
Από τον Άννα, τον Καϊάφα, το Συνέδριο, τον Πιλάτο, τον Ηρώδη και ξανά από τον Πιλάτο. Στα μεσοδιαστήματα κακοποιήθηκε με τέσσερις πολύωρους και βάρβαρους βασανισμούς.
Μεταξύ των ανακρίσεων και των βασανισμών σύρθηκε αλυσοδεμένος και δερόμενος έξι φορές. Η απόσταση που διήνυσε με τις αλυσίδες ήταν περίπου έξι χιλιόμετρα. Και όλα αυτά νηστικός, διψασμένος και άυπνος.
Οι πιέσεις τι ρόλο έπαιξαν;
Του ασκήθηκε έντονη ψυχοσωματική βία, τον έγδυσαν τρεις φορές, τον έντυσαν άλλες τόσες, τον μαστίγωσαν, του φόρεσαν το ακάνθινο στεφάνι και του φόρτωσαν τον βαρύ Σταυρό. Στις ανακρίσεις τον διέσυραν και τον εξευτέλισαν. Ήθελαν με κάθε τρόπο να τον κάνουν να λυγίσει.
Μεταξύ άλλων, μαστιγώθηκε.
Ναι. Η μαστίγωση γινόταν με φραγγέλιο, που είχε λουριά με απολήξεις σφαιρίδια και άκρες από κόκαλα. Κάθε φορά που έπεφτε στο σώμα το μαστίγιο αυτά τα αντικείμενα έμπαιναν μέσα στις σάρκες και όταν το τραβούσε ο βασανιστής για να ξαναχτυπήσει έσκιζαν το δέρμα. Οι πληγές που προκάλεσαν ήταν φοβερές σε όλη την οπίσθια επιφάνεια και την πλάγια κοιλιακή και θωρακική χώρα, που πρέπει να ήταν καταματωμένη. Πρέπει να έχασε πολύ μεγάλη ποσότητα αίματος ο Χριστός μόνο από αυτό.
Ως προς τον Σταυρό που κουβάλησε;
Όταν ο Κύριος φορτώθηκε τον Σταυρό έπρεπε να κουβαλήσει ένα ξύλο που δεν ήταν πλανισμένο (όπως το βλέπουμε στις αγιογραφίες). Ηταν δυο κορμοί γεμάτοι σκληρό φλοιό και ρόζους και καταλαβαίνετε τι έγινε όταν πέταξαν πάνω στην πλάτη του το οριζόντιο τμήμα. Την ήδη καταματωμένη πλάτη από τη μαστίγωση. Αυτός ο βαρύς κορμός μπήκε μέσα στις πληγές προκαλώντας αφόρητο πόνο. Στη συνέχεια ο Ιησούς κυριολεκτικά σέρνει τα βήματά Του και υποφέρει. Πλέον δεν έχει ανάσες και αρκετό οξυγόνο. Το αίμα Του λιγοστεύει και κάποια στιγμή λυγίζουν τα γόνατά Του και είναι αδύνατον να προχωρήσει.
Περιγράφετε μια κατάσταση που σχεδόν δεν αντέχεται με βάση τα ανθρώπινα μέτρα.
Ναι. Πιστεύω αν δεν ήταν ο συγκεκριμένος εκεί θα είχε πεθάνει. Κανονικά, με βάση τη λογική, εκεί (στην πορεία προς τον Γολγοθά) θα έπρεπε να είναι το τέλος.
Ωστόσο, ο Χριστός φτάνει τελικά μέχρι τη Σταύρωση. Εκεί τι ακριβώς γίνεται;
Εκεί οι σταυρωτές ξαπλώνουν τον Ιησού πάνω στον Σταυρό και του καρφώνουν τα χέρια και τα πόδια. Για το ακριβές σημείο του καρφώματος υπάρχουν δύο εκδοχές: το εσωτερικό της παλάμης, που φαίνεται και σε πολλές εικόνες, ή το κέντρο της έσω επιφανείας των καρπών. Η πρώτη εκδοχή είναι για μένα η πιο προσιτή.
Η παλάμη έχει μικρό πάχος, μεγάλη επιφάνεια και λόγω των τενόντων και των περιτονιών δεν σκίζεται το δέρμα. Υπάρχουν και τα μετακάρπια οστά, που μπορούν να συγκρατήσουν το βάρος. Αν, πάντως, το καρφί μπήκε ανάμεσα στα δύο κόκαλα, κερκίδα και ωλένη, έχουμε τραγικό πόνο γιατί τραυματίστηκε το μέσο νεύρο. Σκεφτείτε ότι αν ακουμπήσουμε ελάχιστα το νεύρο του αγκώνα νιώθουμε έντονο πόνο.
Φανταστείτε να περάσει καρφί από αυτό το νεύρο. Ως προς το κάρφωμα των ποδιών οι δύο εκδοχές είναι ότι σταύρωναν τα πόδια και το καρφί περνούσε από το ένα πόδι στο άλλο ή ότι καρφώθηκαν παράλληλα.
Ευρήματα του 1968 σε τάφους στην Ανατολική Ιερουσαλήμ μάς δείχνουν ότι υπήρχαν και άλλοι που σταυρώθηκαν στα πόδια με τον πρώτο τρόπο.
Ο θάνατος τελικά από τι επήλθε; Γνωρίζουμε;
Μπορούμε να πούμε ότι ήταν ένας θάνατος αργός και λίαν βασανιστικός. Με την ανύψωση του Σταυρού ο Χριστός αντιμετωπίζει μια σειρά από δυσμενείς παράγοντες:
Υποχρεωτική ορθοστασία, που του δημιουργεί ορθοστατική υπόταση.
Υποχρεωτική ακινησία, που δεν δίνει τη δυνατότητα το φλεβικό αίμα να επιστρέψει στην καρδιά.
Ειδική στάση του θώρακα, με το βάρος του σώματος να είναι σε μόνιμη έκπτυξη και να δυσκολεύει φοβερά την αναπνοή. Δεν μπορεί να κάνει εκπνοή παρά μόνο εισπνοή. Αυτό συντόμευσε τον θάνατό Του.
Επιπλέον αντιμετωπίζει επιπλοκές τραυμάτων, αιμορραγία, αφυδάτωση, πείνα, δίψα και εξάντληση.
Το τελικό «πόρισμα»;
Επρόκειτο για πολυπαραγοντικό θάνατο.
Πολλά πράγματα έδρασαν για την κατάληξη, με τελικό αίτιο την ασφυξία μαζί με την κυκλοφορική ανεπάρκεια.
Μια σημαντική λεπτομέρεια είναι και η επιδρομή των σαρκοφάγων εντόμων.
Το αίμα φέρνει από πολύ μακριά έντομα που κόβουν κομμάτια από τις πληγές ενός ακίνητου ανθρώπου!
Οι πιο φοβερές στιγμές για τον Κύριο ήταν μετά το κάρφωμα στον Σταυρό.
Πώς εξηγείτε την αντοχή που έδειξε;
Ο Χριστός δεν πέθανε πριν από τη Σταύρωση γιατί υπήρχε λόγος. Υπερέβη τα ανθρώπινα μέτρα και για μένα το ότι άντεξε και ανέβηκε στον Σταυρό είναι ακόμα ένα δείγμα της θεότητάς Του. Οι αφόρητοι πόνοι από το ακάνθινο στεφάνι.
Μπορείτε να μας περιγράψετε τι αισθανόταν ο Ιησούς φορώντας το ακάνθινο στεφάνι;
Πρώτα πρώτα, να σας πω ότι είναι πρωτοφανής τρόπος αντιμετώπισης. Ποτέ πριν δεν είχε γίνει κάτι τέτοιο και ποτέ ξανά δεν επαναλήφθηκε.
Επρόκειτο για φρίκη! Το κατασκεύασαν από μια τζιτζιφιά, ευλύγιστο φυτό που ευδοκιμεί στην περιοχή, με πολύ μεγάλα και σκληρά αγκάθια.
Μέχρι τότε τα στεφάνια των καταδίκων ήταν σιδερένια και προσαρμόζονταν με βάση τη διάμετρο του κρανίου. Εδώ ήταν βασανιστήριο.
Το τριχωτό της κεφαλής είναι αγγειοβριθέστατο. Εχει πολύ καλή αιμάτωση και ειδική νεύρωση. Η αιμορραγία, λοιπόν, ήταν μεγάλη και αφόρητος ο πόνος από τα αγκάθια στα νεύρα.
Η Ανάσταση και οι διάφορες θεωρίες συνωμοσίας
Κατά καιρούς έχουν ακουστεί θεωρίες ότι ο Χριστός δεν είχε πεθάνει στον Σταυρό και ότι έτσι δικαιολογείται (λογικά) η Ανάστασή του.
Κατά τη γνώμη σας, αυτό μπορεί να στέκει;
Τυχαία έγινε, νομίζετε, ο λογχισμός της πλευράς; Καθόλου τυχαία. Αυτό το γεγονός είναι το πιστοποιητικό του θανάτου. Η λόγχη τρύπησε την πλευρά και βγήκε «αίμα και ύδωρ». Από όποια πλευρά και να έγινε ο λογχισμός, με αυτό το βαρύ όπλο των δυόμισι μέτρων, δεν υπάρχει περίπτωση ο οποιοσδήποτε να μείνει ζωντανός. Με τίποτα!
Άρα καταρρίπτονται όλα;
Φυσικά. Οι αρνητές βέβαια λένε ό,τι θέλουν, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί ασχολούνται με τον Χριστό αφού γι’ αυτούς δεν υπάρχει.
πηγη.isagiastriados

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Αυτάρκεια
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Δεν είναι αυτονόητο ότι ο άνθρωπος που έχει καλές προθέσεις ενεργεί και σωστά. Όπως και δεν είναι δύσκολο να μετατίθεται με τις ενέργειές του από το Φως στο σκοτάδι και από την αλήθεια στην πλάνη.
Η περίπτωση του αποστόλου Πέτρου, τη νύκτα του Μυστικού Δείπνου, όπου αρνείται να δεχτεί το νίψιμο των ποδιών του από το διδάσκαλό του, όπως δέχτηκαν οι άλλοι μαθητές, εκ πρώτης όψεως παρουσιάζεται ως η μοναδική αντίδραση που δείχνει σεβασμό, ταπείνωση, διάκριση. Αυτό το «Κύριε, συ μου νίπτεις τους πόδας;» φαίνεται ως να αποκαλύπτει την ευγένεια της ψυχής του. Και όμως!  Η αντίδραση του Κυρίου του ότι «αν δεν σε πλύνω δεν έχεις θέση κοντά μου», επισημαίνει την ασθένεια της αυτάρκειας που κρύβεται πίσω από την πρόθεση να μη δυσκολέψει, να μην ταπεινώσει το Διδάσκαλο.
Το Ευαγγέλιο ως διαχρονικό και οι μαθητές ως ατελείς άνθρωποι, όπως εμείς, γίνεται για μας δυνατότητα να γνωρίσουμε το βάθος του εαυτού μας που κρύβεται και να προχωρήσουμε, αν θέλουμε, στην αλλαγή που μεταμορφώνει και χαροποιεί την ύπαρξη.
Έτσι, η άρνησή μας να ζητήσουμε βοήθεια σε κάποιο πρόβλημά μας ή να δεχτούμε την προσφερόμενη συμπαράσταση, μπορεί να κρύβει τον εγωισμό της αυτάρκειας, τη διάθεση της αυτονομίας, την επιθυμία της επάρκειας. Ο άνθρωπος τότε ζει χωρίς να μοιράζεται, να κοινωνεί, να συμπορεύεται.
Το να ζητήσεις από το συνάνθρωπό σου, που είναι ο πλησίον σου εκείνη τη στιγμή, να σηκώσει μαζί σου τη δυσκολία σου, είναι ως να του λες «σε θέλω στη ζωή μου, δεν μου είσαι ξένος, δεν θέλω να σε κρατώ σε απόσταση, είσαι για μένα αδελφός». Όπως και αν αρνηθείς τη συμπαράστασή του είναι ως να του λες: «μείνε μακριά μου, δεν σε θέλω κοντά, δεν θέλω να κοινωνήσω μαζί σου τη ζωή μου». Ξέρουμε, άλλωστε, πως τα περισσότερα που λέμε στους γύρω μας τα λέμε χωρίς λόγια. Γιατί η καρδιά συλλαμβάνει τα νοούμενα, ως έχουσα τα δικά της αυτιά και τη δική της γλώσσα.
Βέβαια, όπως αυτός που δεν ζητά συμπαράσταση από κανένα δείχνει την εγωιστική του αυτάρκεια, το ίδιο πάθος εγωκεντρισμού έχει και αυτός που θεωρεί τους γύρω του υπόχρεους να τον υπηρετούν, εκμεταλλευόμενος συνεχώς την αγάπη τους. Το «ου μη νίψει τους πόδας μου εις τον αιώνα»  έχει την ίδια βάση με τη χρησιμοποίηση των άλλων προς ίδιον όφελος.
Η ταπείνωση, ως αντίθετη της εγωιστικής αυτάρκειας, μας δίνει το μέτρο όπου θα μπορούμε να ζούμε με τους άλλους σε αληθινή κοινωνία, ως τέκνα του κοινού Πατέρα. Χωρίς εκμετάλλευση αλλά και χωρίς απομόνωση, θα μπορέσουμε να συμπορευτούμε στη ζωή, με τις δυσκολίες και τις χαρές της. Τότε θα γευτούμε, ως πρόγευση του Παραδείσου, τη χαρά της ενότητας, την πληρότητα της αγάπης, την απόλαυση της θεανθρώπινης κοινωνίας.
πηγη,isagiastriados

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου
Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος


 


 
Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων, ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτήν, πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον -ἐκεῖ ἀνάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρώγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρη, καὶ τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμποῦκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμόν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὡς πενήντα πέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαγχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρύς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικὰ τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρήν, ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του, ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.

Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δυὸ υἱοὶ καὶ δυὸ θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὖτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπὶ τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δυὸ τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμὸν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτο ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.



Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186... ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρωσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοὺς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;

Βεβαίως τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφιῶν ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν!» Εἶτα, αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φορὰν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὴ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.

Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν, ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκεν προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.

Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ἡ ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμισεία, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστὰς συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.

Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπήτουν νὰ τοὺς καθιστᾶ ὑπέγγυα τὰ καλλίτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου... Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο μόνος καϋμός του.

Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖον του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του... Εἶχε πρόσφατον πένθος.



-Α! Τὤχασα τὸ καϋμένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα.

Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐστέναζε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάζῃ. Τὸ καλλίτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν –τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος, μεταξὺ δυὸ χωρισμῶν- τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν...

Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνο του. Ἦτον κτῆμα του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον, καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας –καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν- σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλαιον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρύϊνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν καὶ ὁ Παππανικόλας ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν Παππανικόλαν ἔδιδεν ὁ Φραγκούλης διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παππᾶς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδον αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια». Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφορᾶς, ἀρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων κ.τ.λ. τὰ εἰσάπραττεν ὁ Φραγκούλης ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του...

Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν... καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτο νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴ γυναῖκα του, ἡ πανήγυρις αὕτη τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γέρο-Φραγκούλης.

-Τὤχασα, τὸ καυμένο μου, τὸ εὐάγωγο, τὤχασα!...

Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμὸν –τὴν ὁποίαν ἄλλως τε τρυφερῶς ἠγάπα-, ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνη τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ... Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του καὶ ἐθλίβετο... Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτάς, νὰ εὕρωσι διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν... Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι, καὶ τῶν δυὸ ἐνοριῶν, ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον...

Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβύσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.

Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα καὶ τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διηγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμούς, ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει «νέφη».

Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:
 
«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα,
Καὶ Σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα»,
 
...Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μή μοῦ ἐλέγξη τὰς πράξεις ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων...» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως...

Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν... Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει... Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσα του... καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτον εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς τὴν ὀργήν. Ὤ, ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων!

Τώρα εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτον ἀφορία, αἱ ἐλαίαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιὸς», ἀγύριστα κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν...

Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονιασμένοι», -ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν... Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἶθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν ἀγαλλομένη.

Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῆ ἀκόμη ἡ Κούμπω ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της. Πρὶν μολυνθῆ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων του κόσμου. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, εἶχε συμβῇ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῇ ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κι᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι τοῦ ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον... Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτο σαράντα χρόνων καὶ τώρα ἦτο πενηνταπέντε. Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ... Ἀλλὰ τώρα δὲν εἶχε πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ. «Τὸ καϋμένο τὸ εὐάγωγο!».

Ἐκείνην τὴν φορὰν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:

-Θὰ ’χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.

-Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλης, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.

-Θὰ σοῦ ἔλθει τ᾿ ἀσκέρι... Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα.

Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία, τὰ δυὸ μεγαλείτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; -καθόσον τὰ ἄλλα δυὸ τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.

-Θὰ ’ρθῃ μαζὶ κι᾿ ἡ μάνα τους;

-Βέβαια... πιστεύω, εἶπεν ὁ παππᾶς.



Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδυασε καλὰ καὶ ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρὰ Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της καὶ μὲ τὰ τέσσερα παιδιά της, ἐν συνοδείᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν συζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστὰ –εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάρις ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὀνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἰς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων μεταξὺ δυὸ ἢ τριῶν χωρικῶν.

Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα μετὰ τινα ὥραν ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη κ᾿ ἐχαιρέτησε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.

Ἤδη ἐνύκτωνε καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανόν, τὸ ὁποῖον ἔφαγον καθ᾿ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταὶ ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἠτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν: «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν: «τὸ τάλαντον, τὸ τάλαντον!»

Εὐθὺς τότε τὰ δυὸ παιδία τοῦ Φραγκούλα καὶ πέντε ἢ ἐξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελλά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δυὸ διχαλῶν ξύλων, ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, τοῦ ψάλτου καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.

Ὁ Φραγκούλης ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας, ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος –ὅλα τὰ ἔψαλλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του, ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κυρ – Δημητρὸν τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ νὰ λέγει κι᾿ αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κυρ – Δημητρός, «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον». Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἄρχισε τὸν ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ Προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου», ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλε Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικὸν κ.τ.λ.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦταν χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρὰ τινὰ φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχον κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περικοκλάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχον λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰ τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἤρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του, διὰ νὰ τὰ σβύσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον νὰ μὴ πατῇ τὰ κηρία, γιατὶ εἶναι κρῖμα.

Τότε εἷς τῶν παρεστώτων υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα –καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐμελέτα νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος-, ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριὰ!... ἡ νύχτα μεγαλώνει... ἰσημερία τώρα κοντεύει... ἔχει νύκτα...»

Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν καλλίτερα ἀπὸ ἐκεῖνον ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριὰ» ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἓν θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβύνῃ μισοκαμμένα τὰ κηριὰ –καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς...»

Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλας ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστὸ (διότι, ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας μὲ τὴν γερὴν κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε κ᾿ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου) ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ κάμῃ παρατήρησιν.

-Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ λὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον», γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν αἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.

Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπήτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι᾿ ὁ Θεός, κι᾿ ἡ Παναγία, κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι᾿ ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάῃ κι᾿ ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.

Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:

- Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπάρμπα – Δημητρὸ νὰ ψάλλῃ «Κύριε ἐλέησον!!»

Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὖτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξη ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα καὶ τοῦ λέγῃ:

- Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Τότε ὁ μπάρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καί... πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καὶ διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «... ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθήναι, ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.



Τέλος μετὰ τὴν λειτουργίαν ὁ παπὰς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του καὶ ὀλίγοι φίλοι ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλας ἐπανήρχετο εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.

Πρὶν παρέλθη ἔτος ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἠλικιοῦτο, ἐγένετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατώκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὴν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.

Αὐτὴ μόνον ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ.

- Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μή μᾶς ἀφήσης, λεγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά.

Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:

- Τὰ ’μαθες, πατέρα; ... Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας ... Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπον, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶσθε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῆ τ᾿ Ἀργυρώ μας ... γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός! ...

Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν ... Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμο τῆς πρωτοτόκου.

Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.

Μίαν ἡμέραν θλιβερὰ τοῦ εἶπεν :

- Δὲν θὰ μπορῶ πλέον να ’ρχωμαι, οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα ... Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες ἐκεῖ στὸν μαχαλὰ στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε καθὼς περνοῦσα: Νά, τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄνδρας της». Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα.

Τῷ ὄντι, παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη· ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.

-Τί ἔχεις κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.

-Ἂν δὲν ἔλθης, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καϋμό μου!

-Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.

Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενὴς καὶ εἶχεν δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθεν παρὰ τὴν κλίνην της καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμε ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της διὰ νὰ χαρῇ, ἦτο ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὴ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴ λαλιὰν εἰς τὸ στόμα.

-Πατέρα! Πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία ... μὲ τὴν μητέρα μαζί!... Εἶπε καὶ ἀπέθανε!

Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του ... Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του εἰς τὴν ἐρημίαν ... Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισμὸς ἦτο μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο μίαν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως: «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν, ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως ... καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου, μὴ ἐγκαταλίπῃς με».

Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν... ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλλίτερον κτῆμα –ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα, μὲ νερόμυλον –καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.

«Ἐκύκλωσάν αἱ τοῦ βίου μου ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε...»

Καὶ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, καὶ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθη εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·
 
«Ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων...»
πηγη.agiazoni

Θεοτόκος: μεταξύ ουρανού και γης

Θεοτόκος: μεταξύ ουρανού και γης



Θεοτόκος: μεταξύ ουρανού και γης

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

          Υπάρχουν γεγονότα αλλά και πρόσωπα που η γνώση τους υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική και βρίσκεται στη σφαίρα του μυστηρίου. Ένα τέτοιο γεγονός και πρόσωπο είναι η Κοίμηση και το πρόσωπο της Θεοτόκου.

          Πεθαίνει και ενταφιάζεται όπως όλος ο κόσμος,  αλλά το σώμα της άφθορο ανασταίνεται και αφθορτοποιείται. Γεύτηκε την κοινή ανάσταση πριν τη Δευτέρα Παρουσία, ως να προπορεύεται και ακολουθούμε εμείς. «Μετέστη προς την Ζωήν Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής» και μας βεβαιώνει πως ο θάνατος, όσο αφύσικος και ανεπιθύμητος κι αν είναι, χάνει τη δύναμη και την εξουσία του επάνω μας με το να γίνει, στο πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας, μετάβαση από το νυν αιώνα, το φθαρτό και δύσκολο, στον αιώνιο, με τη χαρά του Παραδείσου.

          Η ίδια, με τη γέννηση της, «χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη», ώστε να γίνει η «παγκόσμιος χαρά». Ωστόσο η λύπη, ο πόνος, δεν είναι ξένα στη ζωή της. Η μοναδικότητα του προσώπου της, ως παρθένος και μητέρα, ως η κυοφορήσασα τον Υιόν του Θεού, κι ακόμα ως Μάνα του Εσταυρωμένου Θεανθρώπου, την καθιστούν γνώστη της χαράς και της λύπης, όπως κάθε άνθρωπο που ζει τη ζωή του με πληρότητα.

          Η Θεοτόκος, με την όλη ζωή Της και την Κοίμησή Της, γίνεται το «Ακατάληπτο Μυστήριο» αλλά συγχρόνως και οικεία σε μας, καθώς είναι για πάντα «των θλιβομένων η Χαρά», «χριστιανών η προστάτης», «η σκέπη του κόσμου».

          Η δόξα Της, μοναδική στους ανθρώπους και στους αιώνες, δεν εμποδίζει κανένα να την πλησιάσει, να την ικετεύσει, να τη νιώσει δική του. Η αγάπη της καλύπτει τις αδυναμίες μας και η αγιότητα της μας οδηγεί σε φιλότιμο, ώστε να ζήσουμε κατά το θέλημα του Υιού της που είναι η όντως Αγάπη.

Η παρουσία της, μυστική κι ευγενική, σέβεται την ελευθερία μας· γι’ αυτό δεν μας συντρίβει, όπως δεν μας συντρίβει η παρουσία του Υιού Της.

          Αν ο σημερινός άνθρωπος έχει ποικίλα προβλήματα και δυσκολίες, έχει όμως και σημαντική συμπαράσταση από το Θεό και τους αγίους Του. Κυρίως από την Παναγία που «εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπε», αλλά γίνεται, για όσους την επικαλούνται, η παρηγοριά, η δύναμη, η συνοδοιπόρος. Αλλά και για όσους την αγνοούν μένει η μυστική παρουσία.

          «Υπεραγία Θεοτόκε, δόξα των αγγέλων, μάνα του κόσμου, των θλιβομένων η χαρά, έλα στην καρδιά μας και παρηγόρησε μας, στήριξε και καθοδήγησέ μας. Εσύ ξέρεις από τον πόνο, τη μοναξιά, την αδικία, την προσφυγιά και τη δίωξη από τους ανθρώπους. Όπως ξέρεις κι από τη χαρά, την ανάπαυση, τη χάρη και τις ευλογίες του Μεγάλου Θεού μας. Ευρισκόμενη «μεταξύ ουρανού και γης» μπορείς να μας συμπαρασταθείς στο δικό μας πόνο που προκαλούν οι δοκιμασίες της ζωής, αλλά και να μας μεταγγίσεις την απόλαυση του ουρανού. Τότε θα μπορούμε να προχωρούμε την «τεθλιμμένην του βίου οδόν» με προοπτική την αιώνια μέρα όπου δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός, αλλά «συν πάσι τοις αγίοις» και μαζί σου θα χαιρόμαστε την χαρά του Κυρίου μας. Αμήν!»
πηγη.isagiastriados