Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής των Μυροφόρων,

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής των Μυροφόρων, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά


Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής των Μυροφόρων, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
(Μάρκ. 15, 43-47 καί 16, 1-8)
1. Ἡ ἀνθρωπιά τοῦ Κάντ

            Ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἀνθρώπους τοῦ κόσμου τούτου, πιό φημισμένος, ἀπό μεγάλους βασιλεῖς καί αὐτοκράτορες καί ὅσο ζοῦσε πιό σεβαστός, ἦταν ὁ μεγάλος γερμανός φιλόσοφος Ἐμμανουήλ Κάντιος. Δέν ἦταν μόνο φιλόσοφος, ἀλλά ἦταν καί καλός ἄνθρωπος. Ἀληθινά πνευματικός ἄνθρωπος. Ἀλλά φυσικά, ὅπως συμβαίνει μέ ὅλους μας ἐγήρασε. Ἔφτασε στήν ἡλικία ὀγδοήκοντα τεσσάρων ἐτῶν. Καί ἀρρώστησε. Καί πῆγε ὁ γιατρός νά τόν δεῖ. Καί καθώς εἶδε τόν γιατρό νά μπαίνει μέσα στό δωμάτιό του, ἐνῶ ἦταν ἄρρωστος, ξαπλωμένος στό κρεββάτι, κατέβηκε, σηκώθηκε ὄρθιος γιά νά τόν χαιρετήσει, νά τόν ὑποδεχθεῖ, κάνοντάς του καί μιά ὑπόκλιση.
            -Καλωσόρισες γιατρέ μου. Τοῦ εἶπε.
            Ἔκπληκτος ὁ γιατρός τοῦ ἀπαντᾶ:
            -Τί εἶναι αὐτά πού κάνεις καί σηκώνεσαι ἀπάνω, ἄρρωστος ἄνθρωπος;
            Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε μέ ἁπλότητα:
            -Ἀνθρωπιά εἶναι γιατρέ μου, ἀνθρωπιά. Πάνω ἀπ'  ὅλα ἡ ἀνθρωπιά. Ἀλλοίμονό μου ἄν σ’ αὐτή τήν ἡλικία χάσω τώρα τήν ἀνθρωπιά μου.
            Ἀνθρωπιά εἶναι ἀδελφοί νά πονᾶς, τόν φτωχό. Νά πονᾶς, τόν δυστυχισμένο. Ἀλλά καί νά τιμᾶς τόν κάθε ἄνθρωπο, ὅπως πρέπει καί ὅπως τοῦ ἀξίζει. Αὐτή εἶναι ἀνθρωπιά.
            Τό περιστατικό αὐτό ἀναφέρεται σάν ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα πνευματικά μεγαλεῖα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ φιλοσόφου. Καί ἴσως ἀπό ὅλες τίς φιλοσοφίες πού ἔγραψε, καί εἶπε καί τόν κατέστησαν παγκόσμια προσωπικότητα, αὐτά τά λόγια του εἶχαν πιό μεγάλη ἀξία. Γιατί ἔδειχναν τό βάθος μιᾶς καρδιᾶς, ἡ ὁποία δέν ἤθελε ποτέ καί γιά καμιά ἀφορμή, ὅσο καί ἄν φαινόταν δικαιολογημένη, νά τοῦ ἐπιτρέψει νά μήν τιμήσει ὅσο ἔπρεπε ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο καί νά μήν ἐκδηλώσει τήν καλωσύνη του ὅπως ἔπρεπε στόν κάθε ἄνθρωπο πού εὑρίσκετο ἀπέναντί του.
            Καί πραγματικά ἔχει δίκιο ὁ κόσμος πού τόν θαυμάζει γι' αὐτό τό γεγονός.
2. Ἡ ἀνθρωπιά τῶν ἀποστόλων
            Ἀλλά τί εἶναι αὐτό τό γεγονός μπροστά σέ κεῖνο πού ἑορτάζομε σήμερα;
            Σήμερα εἶναι ἡ Κυριακή τῶν Μυροφόρων γυναικῶν. Κατά τήν ὁποία τιμοῦμε, τήν μνήμη τῶν ἁγίων γυναικῶν πού πῆγαν νά ἀλείψουν τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ μέ μύρα. Καί τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας, καί τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Νικοδήμου, οἱ ὁποῖοι ἐκήδευσαν τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν.
            Θά ρωτοῦσε κάποιος. Γιατί ἔχει τόσο μεγάλη σημασία αὐτή ἡ ἑορτή; Ἄς τό ἐξηγήσομε. Ὁ Χριστός δέν πέθανε σάν τόν Κάντιο ἥσυχα στό σπιτάκι του. Ἐσταυρώθη. Καί ὁ νόμος ἔλεγε: «Σταυρώνονται κακοῦργοι. Κεῖνος πού σταυρώνεται εἶναι καταραμένος. Καί δέν ἐπιτρέπεται νά ταφεῖ. Δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τήν θρησκεία. Δέν εἶναι ἄξιος εὐσπλαγχνίας. Τό σῶμα του πρέπει νά τό πετᾶνε στό σκουπιδότοπο. Νά τό φᾶνε τά σκυλιά καί τά κοράκια».
            Μέσα σέ τέτοιες συνθῆκες, ὁ ἀπόστολος Ἰωσήφ καί ὁ ἀπόστολος Νικόδημος, ἀπό τήν ἀνώτερη τάξη τῶν Ἑβραίων, κρυφοί μαθητές τοῦ Χριστοῦ, στά κρυφά πίστευαν, φανερά δέν τό ἔδειχναν, «γιά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων», εἶδαν αὐτόν τόν κίνδυνο, νά πεταχτεῖ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ στό σκουπιδότοπο, ὅταν θά τό κατέβαζαν ἀπό τόν Σταυρό. Γιατί δέν ἔπρεπε νά μείνουν τά σώματα πάνω στό Σταυρό τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, πού ἀκολουθοῦσε ἡ μεγάλη ἑορτή τῶν Ἑβραίων.
            Δηλαδή, μόλις ἔδυε ὁ ἥλιος τῆς Παρασκευῆς, θά τά κατέβαζαν ἀπό τόν Σταυρό καί θά τά πετοῦσαν στό σκουπιδότοπο. Γι' αὐτό ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος, πῆγαν στόν Πιλάτο καί τόν παρακάλεσαν νά τούς χαρίσει τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος τούς τό χάρισε. «Κάνετέ το ὅ,τι  θέλετε».
            Καί αὐτοί τό πῆραν νά τό κηδεύσουν μέ τόν καλύτερο τρόπο. Ποῦ τό κήδευσε ὁ Ἰωσήφ; Στό μνημεῖο πού εἶχε φτειάξει γιά τόν ἑαυτό του. Λαξευμένο σέ βράχο. Πράγμα πού σημαίνει δουλειά. Καί ὅτι ὁ Ἰωσήφ εἶχε διαθέσει χρῆμα γιά νά φτειάξει τόν τάφο του. Ἀλλά γιατί ἔφτειαξε τόν τάφο του πρίν ἀκόμη πεθάνει; Καί δέν τήν ἄφησε τήν φροντίδα στά παιδιά του;
            Ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει ὅτι ἔχει ψυχή, ὅτι ὑπάρχει Θεός, τήν φροντίδα γιά τήν ψυχή του καί γιά τήν πορεία του πρός τόν Θεό, δέν τήν ἀφήνει στά παιδιά του καί στούς συγγενεῖς του. Ἀλλά φροντίζει ὁ ἴδιος. Καί ἡ καλύτερη φροντίδα πού κάνει ἕνας ἄνθρωπος γιά τήν ψυχή του, εἶναι νά ἔχει «μνήμη θανάτου». Νά θυμᾶται ὅτι θά πεθάνει. Καί μνήμη τῆς κρίσεως. Μνήμη τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἀλλά καί μνήμη τοῦ κινδύνου, ἀντί νά πάει στήν αἰώνια ζωή νά πάει εἰς τήν αἰώνια κόλαση. «Ὅπου ἐκεῖ ἔσται ὁ τριγμός καί βρυγμός τῶν ὀδόντων». Καί πολλά ἄλλα πολύ θλιβερά.
            Ὁ Ἰωσήφ λοιπόν θυμόταν ὅτι θά πεθάνει. Καί ὅτι μετά τόν θάνατο ὑπάρχει ζωή αἰώνια. Καλή, κοντά στό Θεό. Ταλαίπωρη μακρυά ἀπό τόν Θεό. Καί ἀγωνιζόταν νά εἶναι εὐάρεστος στόν Κύριο. Καί σύμβολο τῆς μνήμης τοῦ θανάτου καί τῆς αἰώνιας ζωῆς ἔφτειαχνε καί στόλιζε τόν τάφο του, περιμένοντας νά μεταβεῖ στήν ἀληθινή ζωή. Ἀπό τά «ψεύτικα» στά ἀληθινά. Γι' αὐτό καί ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἔδειχναν μιά ἀνθρωπιά χίλιες φορές μεγαλύτερη ἀπό τόν Κάντιο πού σηκώθηκε ἄρρωστος ἄνθρωπος γιά νά χαιρετήσει μέ ὑπόκλιση τόν γιατρό του.
            Γιατί ἡ ἀνθρωπιά τους, σκοπό εἶχε νά γλυτώσει ἀπό τήν βεβήλωση τό σῶμα ὄχι ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου ἀλλά τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
            Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει εὐλάβεια στό Θεό, ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἀγάπη στό Θεό, ἀποκτᾶ καί ἀγάπη γιά τούς ἀνθρώπους. Γιατί ἐκεῖνος πού ἀγαπάει τόν Πατέρα, ἀγαπάει καί τά παιδιά του. Καί καθένας πού πιστεύει στό Θεό Πατέρα, ξέρει ὅτι ὁ κάθε ἄνθρωπος πού ζεῖ δίπλα του ἔστω καί ἄν τόν στενοχωρεῖ, ἔστω καί ἄν τόν πικραίνει, ἔστω καί ἄν φαίνεται βαρύς καί ἡ παρουσία του βαρειά, εἶναι ἀδελφός του. Καί ὅπως ἀνέχεται μέ καλωσύνη ἐκεῖνον πού γέννησε ὁ ἴδιος πατέρας καί ἡ ἴδια μητέρα, ἔστω καί ἄν τσακώνεται καμιά φορά μαζί του, ἔτσι ἀκριβῶς ἔχει τήν διάθεση νά ἀγαπάει, νά τιμάει, νά σέβεται, νά προστατεύει, νά βοηθεῖ, καί νά ἐκδηλώνει καλωσύνη στά τέκνα τοῦ οὐρανίου Πατέρα μας καί τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
            Τί εἶπε ὁ Χριστός; «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Ὅταν θά προσεύχεσθε νά λέτε: «Πάτερ ἡμῶν», Πατέρα μας, ὅλων μας. Κάθε ἄνθρωπος λοιπόν πού βάζει μέσα στήν καρδιά του, αὐτό τό μήνυμα τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὁ Πατέρας ὁ οὐράνιος εἶναι Πατέρας ὅλων μας, καί ὅτι ἐντολή του εἶναι «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», μέ ὅλη σας τήν καρδιά, ὅσο μπορεῖτε περισσότερο, ἀγωνίζεται νά σέβεται τόν κάθε ἄνθρωπο καί νά τοῦ ἐκδηλώνει καλωσύνη. Καί ὅποιος ἐκδηλώνει καλωσύνη, γιά τόν ἄλλο, δέν χάνει τόν μισθό του ποτέ.
3. Εὐσπλαγχνία. Ἀσφαλής ὁδός θεογνωσίας
            Διαβάζομε στό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος εἰδωλολάτρης. Ἀλλά ἔκανε πολλές καλωσύνες. Γιατί; Γιατί παρότι δέν πίστευε στόν ἀληθινό Θεό, εἶχε καταλάβει ὅτι οἱ ἄνθρωποι ὅλοι εἶναι ἀδέλφια. Καί ὅτι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅλους νά τούς ἀγαπάει καί νά τούς βοηθάει. Καί προσευχόταν στό Θεό, γιατί χωρίς τήν πίστη στό Θεό δέν ἀγαπάει ὁ ἄνθρωπος κανένα καί τίποτε. Μόνο τόν ἑαυτό του ἀγαπάει ὅποιος δέν πιστεύει. Καί σιγά-σιγά ἔστω καί ἄν λέει ὑποκριτικά ὅτι ἀγωνίζεται γιά ἄλλους, καταντάει ἕνα ἐγωκεντρικό παχύδερμο.
            Αὐτός λοιπόν ὁ εἰδωλολάτρης, ὁ Κορνήλιος, μιά ἡμέρα πού προσευχόταν, εἶδε ἕναν ἄγγελο ὁ ὁποῖος τοῦ λέγει:
            -Κορνήλιε, εἰσακούστηκαν οἱ προσευχές σου καί οἱ δεήσεις σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τά καλά σου ἔργα ἔγιναν δεκτά. Καί νά. Μετά ἀπό λίγο ἔρχεται ἐδῶ στόν τόπο σας, ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Θά σέ ἀναζητήσει, γιατί τοῦ φανέρωσε ὁ Θεός τό ὄνομά σου καί τήν πολιτεία σου. Ὅ,τι σοῦ πεῖ νά τό κάνεις.
            Πραγματικά πῆγε ὁ ἀπόστολος Πέτρος καί τόν ἐβάπτισε καί ἔγινε χριστιανός.
            Δεύτερο παράδειγμα. Μᾶς μιλᾶ τό Εὐαγγέλιο γιά ἕνα ἑκατόνταρχο, ρωμαῖο, εἰδωλολάτρη, ὁ ὁποῖος ὅμως ἦταν καλόψυχος ἄνθρωπος καί πονοῦσε στόν πόνο τοῦ ἄλλου. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν καταθλιμένος γιατί ἕνας δοῦλος του, ἦταν κατάκοιτος. Ἐκείνη τήν ἐποχή, τούς δούλους, τούς εἶχαν ὅπως ἔχουν τίς ἀγελάδες τους καί τά σκυλιά. Ἔπεσε ἡ ἀγελάδα κατάκοιτη; Σκότωσέ τη καί κάφτην. Καί οἱ ἐνέσεις εὐθανασίας τῆς σημερινῆς προκομένης ἐποχῆς κάτι τέτοιο εἶναι: «ἀρρώστησε ὁ πατέρας, ἔπεσε κατάκοιτος, ἔπαθε ἐγκεφαλικό... μιά ἔνεση εὐθανασίας, οὔτε σύ φασαρίες, οὔτε ἐκεῖνος».
            Αὐτός λοιπόν ὁ ἑκατόνταρχος δέν ἔλεγε «θέλει ἔνεση εὐθανασίας ὁ δοῦλος μου». Ἀλλά ἔτρεξε στόν Χριστό καί ἔπεσε γονατιστός στά πόδια του καί τόν παρακαλοῦσε νά τοῦ θεραπεύσει, τόν δοῦλο του, πού τόν ἀγόραζαν καί τόν πουλοῦσαν. Καί τόν πετοῦσαν ὅποτε θέλανε. Ἔκρυβε βλέπετε καλά αἰσθήματα. Καί οἱ ἄλλοι Ἑβραῖοι ἔλεγαν τοῦ Χριστοῦ: «Εἶναι καλός ἄνθρωπος καί μᾶς βοηθάει. Ἔχουμε ὅλοι εὐχαρίστηση ἀπό αὐτόν».
            Ὁ Χριστός τί εἶπε;
            -Τέτοια πίστη δέν τήν βρῆκα οὔτε σέ καλούς καί εὐσεβεῖς ἀνθρώπους. Πήγαινε, τοῦ λέει, πήγαινε καί ἔγινε ὑγιής ὁ δοῦλος σου ἀπό αὐτή τήν στιγμή.
            Τόσο εὐχαριστήθηκε ὁ Χριστός ἀπό τόν ἄνθρωπο αὐτό.
4. Μάζεψες. Λοιπόν;
            Ὁ πλοῦτος τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι στήν τσέπη. Δέν εἶναι στίς καταθέσεις. Δέν εἶναι στό ἄν ἔχει μεγάλο σπίτι, ἄν ἔχει αὐτοκίνητο πολυτελείας. Καί ἄν ἔχει πολλές ἰδιοκτησίες. Ὁ πλοῦτος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μέσα στήν καρδιά του. Καί μεγαλύτερος πλοῦτος ἀπό αὐτόν πού ὑπάρχει μέσα στήν καρδιά, οὔτε ὑπῆρξε, οὔτε θά ὑπάρξει, οὔτε θά βρεθεῖ πουθενά. Κάθε ἄλλος πλοῦτος, θά ρθεῖ μία ἡμέρα πού θά μᾶς κοροϊδέψει.
            Κάποτε ὁ Δαυΐδ πρότεινε σέ ἕνα γέροντα, φίλο του καί ἐκλεκτό ἄνθρωπο, τόν Βεεζερλί:
            -Ἔλα νά σέ πάρω στά ἀνάκτορα.
            Τοῦ ἀπάντησε κεῖνος:
            -Τί θά κάνω βασιλιά μου ἐγώ στά ἀνάκτορα; Νά φάω καλό φαγητό; Γέρασα. Δέν τήν καταλαβαίνω πιά τήν νοστιμάδα τοῦ φαγητοῦ.  Ἡ γλώσσα «δέν ἀκούει τίποτα». Νά ἀκούσω μήπως μουσική, πού ἔχετε σεῖς κεῖ πέρα; Δέν ἀκούω τίποτε. Νά διασκεδάσω; Δέν εἶμαι πιά γιά διασκέδαση.
            Ξέρεις τί θέλω ἐγώ; Θέλω νά μείνω μέ αὐτή τήν γαλήνη πού ἔχω τώρα καί νά πεθάνω μέ εἰρήνη, ὅπως πέθανε ὁ πατέρας μου. Καί νά μέ θάψουν δίπλα στό μνήμα του, γιά νά βρίσκομαι κοντά του.
            Τί εἶχε γίνει μέ αὐτό τόν ἄνθρωπο;
            Ἁπλούστατα. Εἶχε δέν εἶχε, τοῦ ἦταν ἄχρηστα. Μοναδική περίπτωση; Ὄχι, ἀλλά πολύ συνηθισμένη. Καί τότε τί γίνεται; Τότε ξυπνάει περισσότερο ἀπό ὅτι ἄλλες φορές ἡ φωνή τῆς συνείδησης πού λέει: «Καί τί κατάφερες ταλαίπωρε στή ζωή σου, πού σκοτώθηκες νά φᾶς, νά πιεῖς, νά διασκεδάσεις, νά γλεντήσεις καί νά ἀποκτήσεις; Ποῦ εἶναι, τά καζάντια σου; Μηδέν ἀπό μηδέν, μηδέν». Θυμᾶστε ἕνα τροπάριο πού ψάλλομε στίς κηδεῖες; «Πάντα ματαιότης τά ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετά θάνατον». Γιατί τότε, τήν ὥρα τοῦ θανάτου, τά ἀφήνεις καί σέ ἀφήνουν. Ἀλλά ζεῖς χωρίς ἐκεῖνα. Ὄχι ὅμως χωρίς τίποτα. Ζεῖς μέ ἕνα πλοῦτο, τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης, τῶν καλῶν ἔργων, τῆς καλωσύνης, τῆς ἀνθρωπιᾶς, τῆς πίστης, τῆς εὐλάβειας καί τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ. Αὐτά εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ ἀνθρώπου.
            Γι' αὐτό βλέπουν μερικές φορές οἱ ἄνθρωποι ἕναν εὐλαβή γέροντα ἤ μιά γερόντισσα μέ σεμνότητα καί μέ εὐσέβεια καί δέν ξέρουν πῶς νά τούς καμαρώσουν, γιατί εἶναι γεμάτοι ἀπό καλωσύνη. Καί λένε: «αὐτός εἶναι ἄγγελος τοῦ Θεοῦ». Ἄν μάλιστα εἶναι καί νέος καί ἔχει αὐτές τίς ἀρετές, ἔ τότε ἀδελφοί μου «πετάει κι’ ὅλας, φτερουγίζει». Ὄχι μόνο τόν λές «ἄγγελος τοῦ Θεοῦ», ἀλλά καί τόν πιστεύεις, ὅτι φτερουγίζει.
            Αὐτή εἶναι ἡ ἀξία τῆς ἀρετῆς.
5. Πέταξε τή μάσκα
            Ὅμως τί συμβαίνει; Ὅλοι ξέρομε, ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού δέν θέλει νά εἶναι καλός καί κανένας δέν θέλει τόν φίλο του, τό γείτονά του, τά παιδιά  του, νά εἶναι παλιάνθρωποι. Ἀλλά παρότι ὅλοι θέλομε τό καλό, ἀντί νά φροντίζομε νά γινόμαστε «μέσα» καλοί, κάνομε κάτι ἄλλο, ποῦ εἶναι τό πιό στραβό πράγμα τοῦ κόσμου. Μή θέλοντας δηλαδή νά μποῦμε στό δρόμο τοῦ Θεοῦ καί τῆς καλωσύνης, φορᾶμε ἕνα προσωπεῖο, μία μάσκα καλωσύνης καί εὐσεβείας καί ἀνθρωπιᾶς καί σεμνότητος.
            Γράφει μία περίφημη σύγχρονη συγγραφέας : «Ἐδῶ καί μερικά χρόνια, ὅπου καί νά πάω, ὅτι καί νά κάνω, φοράω μιά μάσκα, ἕνα προσωπεῖο. Εἶναι γιά μένα ἕνα δεύτερο πρόσωπο. Διαφορετικό ἀπό τό ἀληθινό μου πρόσωπο. Ἔμαθα νά κρύβω τίς ἀδυναμίες μου. Καί νά παρουσιάζω ἀλλιῶς τά συναισθήματά μου. Γελάω. Μά τό γέλιο μου, δέν εἶναι γνήσιο. Δείχνω ὅτι ἔχω αἰσιοδοξία καί σιγουριά. Μά στήν πραγματικότητα παίζω θέατρο. Κάνω σάν τάχα νά τά εἶχα ὅλα ἐκεῖνα πού κάνουν τόν ἄνθρωπο χαρούμενο, εὐχαριστημένο καί εὐτυχή.
            Μά δυστυχῶς εἶμαι γεμάτη πόνο καί φόβους. Γιατί δέν δείχνω στόν κόσμο αὐτό πού εἶμαι πράγματι.
            Μά γιατί δέν τόν δείχνω τόν ἑαυτό μου στόν κόσμο, ὅπως εἶναι πράγματι; Δέν ξέρω.
            Μά ὅταν εἶμαι μόνη μου, αὐτό τό προσωπεῖο, αὐτή ἡ μάσκα πέφτει. Ὤ, νά ἐρχόταν κάποιος τότε καί νά μοῦ ἔλεγε: «Ἔτσι σέ θέλω, ἔτσι μοῦ ἀρέσεις ὅπως εἶσαι. Ἔτσι σέ θέλω, πέταξε τήν μάσκα ἀπό πάνω σου. Μήν ξαναφορᾶς μάσκα πιά». Θά μοῦ ἔδινε τήν μεγαλύτερη χαρά καί τήν μεγαλύτερη ἐλευθερία».
            Τί θέλει νά πεῖ ἡ σοφή αὐτή γυναίκα τοῦ κόσμου τούτου;
            Θέλει νά πεῖ ὅτι ἡ μάσκα τῆς ὑποκρισίας πού φορᾶμε καί ἐνῶ δέν εἴμαστε καλοί μέσα μας, δέν ἔχομε καρδιά καλή, οὔτε σεμνή, οὔτε ἀγαπᾶμε τίς ἀρετές, θέλομε νά δειχνόμαστε ὅτι τάχα τίς ἀγαπᾶμε, εἶναι προσωπεῖο καί καταδίκη. Γιατί;
            Γιατί μᾶς φέρνει τήν χειρότερη ἐσωτερική ἀντίθεση.
            Νά φέρομε ἕνα παράδειγμα. Θυμᾶστε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα. Ἦταν μέσα στόν Παράδεισο εὐτυχισμένοι. Θά πεῖτε ποῦ τόν θυμήθηκες τώρα τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα; Τούς θυμηθήκαμε, γιατί παρότι ἀπέχουν χιλιάδες χρόνια, ἔχουν  ὡραῖα διδάγματα γιά μᾶς. Καί εἶναι πολύ σύγχρονα. Σάν νά ἦταν σήμερα, μαζί μας.
            Ὁ Ἀδάμ ἁμάρτησε. Ἔκανε παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ. Καί ἀφοῦ ἁμάρτησε, ἄκουσε τά βήματα τοῦ Θεοῦ πού περπατοῦσε στόν Παράδεισο καί κρύφτηκε αὐτός καί ἡ Εὔα μαζί του. Φωνάζει ὁ Θεός:
            -Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ.
            Καί κεῖνος κρύβεται πίσω ἀπό τούς θάμνους. Τί κάνει; Κρύβει τόν ἑαυτό του. Ἔβαλε μπροστά του τό προσωπεῖο. Τόν φωνάζει ὁ Θεός:
            -Ἔλα ἔξω Ἀδάμ ἀπό τό βάτο, πού κρύφτηκες, ἔλα ἐδῶ, σέ εἶδα.      Βγαίνει Ἀδάμ καί τοῦ λέει ὁ Θεός:
            -Γιατί τὄκανες Ἀδάμ;
            Ἀλλά ὁ Ἀδάμ δέν θέλει νά βγάλει τό προσωπεῖο, θέλει νά ἐξακολουθήσει νά δείχνει ὅτι εἶναι καλός, χωρίς νά εἶναι πιά καλός.
            -Δέν φταίω ἐγώ, Θεέ μου. Τό δῶρο σου φταίει. Σύ μοῦ τήν ἔδωσες. Ἐτούτη φταίει.
            -Γιατί τό ἔκανες Εὔα;
            -Δέν φταίω ἐγώ.
            Οὔτε ἐκείνη τό βγάζει τό προσωπεῖο.
            -Ποιός φταίει Εὔα;
            -Τό φίδι φταίει. Ἀπό δῶ, ἀπό δῶ. Σύ τὄφτειαξες. Μέ τό δικό σου χέρι. Ἄλλος σοῦ φταίει. Ὄχι ἐγώ.
            Εἶπε ὁ Χριστός, τό φῶς τοῦ κόσμου: «Μή πλένετε τό ποτήρι ἀπ'  ἔξω, ἀπό μέσα νά τό πλένετε». Βγάλτε τήν μάσκα. Ἀπό μέσα νά πλένετε τό ποτήρι τοῦ ἑαυτοῦ σας, ἀπό τήν ψυχή.
6. Προφύλαξε τό σκεῦος τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν βεβήλωση
            Στό σπίτι μας ἔχομε τό λουτρό. Καί πλενόμαστε λίγο-πολύ ὅλοι. Ἄργότερα ἤ συχνότερα. Καί ἔτσι τό «ποτήρι», δηλαδή τό σῶμα, ἀπ'  ἔξω τό πλένεις καλά. Καί τό φροντίζεις καλά. Ἴσως τοῦ βάζεις καί ἀρώματα.
            Ἀπό μέσα πῶς τό πλένεις ἀδελφέ μου τό «ποτήρι» σου;
            Κάθε πόσο κάνεις ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ σου νά δεῖς «πῶς πηγαίνω»;
            Κάθε πόσο ἐξομολογεῖσαι καί κοινωνεῖς, γιά νά καθαρίσει τό «ποτήρι» ἀπό μέσα; Πῶς θά μιμηθοῦμε τόν ἅγιο Νικόδημο καί τόν ἅγιο Ἰωσήφ, πού πῆγαν νά προφυλάξουν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν βεβήλωση;
            Αὐτό τό σκεῦος, τό ὁποῖο σοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός, σῶμα καί ψυχή, πῶς θά τό προφυλάξεις ἐσύ ἀπό βεβήλωση; Καί ἀπό τό νά πεταχτεῖ στή γέεννα τοῦ πυρός;
            Ἕνας ἀπό τούς πιό μορφωμένους ἀνθρώπους τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Θεόδωρος Ντοστογιέφσκι. Ρῶσος συγγραφέας, τοῦ περασμένου αἰῶνος. Καί πολύ καλός χριστιανός. Γράφει: «Ὁ κάθε ἄνθρωπος ὅσο βαθειά καί ἄν ἔχει πέσει, ἔχει τήν ἀξίωση νά σέβονται τήν τιμή του καί τήν ὑπόληψή του καί τήν προσωπικότητά του οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι».
            Ὅταν ἔχεις τήν ἀξίωση νά σέβονται τήν τιμή σου καί τήν ὑπόληψή σου καί τήν προσωπικότητά σου οἱ ἄλλοι, ἀλλά δέν τήν σέβεσαι ἐσύ, φροντίζοντας νά καθαρίζεις τό «ποτήρι» τοῦ ἑαυτοῦ σου ἀπό μέσα, ἀλλά τό ἀφήνεις βρώμικο ἀπό μέσα, καθαρό ἀπ'  ἔξω, δέν φορᾶς μάσκα; Καί ἅμα εἶσαι, ἔτσι ἐσύ πρῶτος δέν σέβεσαι τόν ἑαυτό σου. Γιατί ἔχεις ἀξίωση νά σέ σέβονται οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι;
            Εἶναι πολύ ἁπλό νά τό καταλάβομε πόσο τραγική εἶναι ἡ θέση ἐκείνων πού δέν φροντίζουν γιά τόν ἔσω ἄνθρωπο, γιά τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς τους, γιά τήν καλωσύνη, γιά τήν εὐαρέστηση εἰς τόν Θεό. Γι' αὐτό ὀφείλομε νά προσέχομε τά λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι τό φῶς μας, ὁ σωτήρας μας, ὁ λυτρωτής μας, ὁ εὐεργέτης μας. Πού εἶπε: «Μή πλένετε τό ποτήρι καί τό πιάτο ἀπ'  ἔξω. Ἀπό μέσα νά τά πλένετε». Καί ὅταν φύγει ἡ μάσκα καί τό ποτήρι πλυθεῖ ἀπό μέσα θά εἶναι καί ἀπ'  ἔξω γιά πάντα ἐντελῶς καθαρό. Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,
 πηγη.zoiforos

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής του Θωμά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής του Θωμά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά


Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής του Θωμά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά
Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ἰωάν. 20, 19-31
1. Ὁ χειρότερος ἰός

Σήμερα γιορτάζει κάθε Ἐκκλησία πού εἶναι ἀφιερωμένη στόν ἅγιο ἀπόστολο Θωμᾶ. Φυσικά γιορτάζομε καί ὅλοι ἐμεῖς, ὅσοι ἔχομε τήν Ἐκκλησία κέντρο τῆς λατρείας μας καί ἀγαπᾶμε τόν ἅγιο Θωμᾶ καί ἤλθαμε στό Ναό γιά νά τόν τιμήσομε καί νά δοξάσομε τόν Κύριο πού ἦλθε στόν κόσμο καί ἔστειλε τούς ἀποστόλους του στόν κόσμο, γιά νά μᾶς φωτίσουν νά γνωρίσομε τήν ἀλήθεια.
Τήν σημερινή Κυριακή τήν ὀνομάζομε «Κυριακή τοῦ Θωμᾶ». Καί πολλές φορές τήν λέμε «ἡ ἀνάσταση τοῦ Θωμᾶ». Βέβαια, ἡ ἀνάσταση εἶναι τοῦ Χριστοῦ ἀνάσταση. Αὐτή γιορτάζομε. Σήμερα ὅμως γιορτάζομε ὄχι τήν μνήμη τοῦ Θωμᾶ πού ἐκοιμήθη στίς 6 τοῦ Ὀκτώβρη, ἀλλά γιορτάζομε τήν ἀνάστασή του. Γιατί γιά ἕνα χρονικό διάστημα, ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς εἶχε πεθάνει. Ὄχι σωματικά. Εἶχε πεθάνει πνευματικά, ψυχικά. Πῶς πέθανε ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς;
Λέει τό Εὐαγγέλιο: «Ὅποιος πιστεύει στόν Χριστό, ἔχει ζωή αἰώνιο. Ὅποιος δέν πιστεύει στόν Χριστό, ἔχει θάνατο μέσα του, στήν ψυχή του». Καί ὁ θάνατος αὐτός σιγά-σιγά προχωρεῖ ὅλο καί περισσότερο καί διαλύει τόν ἄνθρωπο πρῶτα ψυχικά, μετά πνευματικά καί μετά καί σωματικά. Ἤ καί ἀνάποδα καμιά φορά. Ἀρχίζει ἀπό ἀλλοῦ καί πάει ἀλλοῦ.
Ὅταν οἱ Ἑβραῖοι ἔπιασαν τόν Χριστό καί τόν σταύρωσαν, οἱ ἀπόστολοι τά ἔχασαν. Καί εἶπαν: «Αὐτός πού δέν μπορεῖ νά σώσει τόν ἑαυτό του», ὅπως εἶπαν οἱ Ἑβραῖοι ὅταν ἦταν σταυρωμένος, «θά σώσει ἐμᾶς;» Καί ἔκλαιγαν τήν τύχη τους πού συνδέθηκαν μαζί του. «Ἐλπίζαμε», ἔλεγαν, «εἴχαμε τήν μάταιη σκέψη, ὅτι αὐτός θά σώσει τόν Ἰσραήλ».
Ἔπαψαν πιά νά τόν πιστεύουν καί μέσα τους μπῆκε ὁ θάνατος. Ἀλλά ἀδελφοί μου, τό εἴπαμε προηγουμένως, ὁ θάνατος δέν μπαίνει μονομιᾶς. Μπαίνει σάν τό μικρόβιο. Σιγά-σιγά κυριαρχεῖ στόν ἄνθρωπο καί τόν διαλύει. Οἱ ἀπόστολοι ἀγαποῦσαν τόν Χριστό, γιατί τρία, τριάμισυ χρόνια πού ἦταν κοντά του, ἔβλεπαν πώς ἦταν ἕνας ὑπέροχος δοῦλος καί ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ. Πού ἐδίδασκε ὅπως κανένας ἄλλος καί ἔκανε τόσο μεγάλα θαύματα ὅσο κανένας ἄλλος. Καί γι' αὐτό καί ἀφοῦ τσακίστηκε ἡ πίστη τους ὅταν τόν εἴδανε πεθαμένο, μέ τήν ἔννοια πού ξέρομε ὅλοι ὅτι πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι. Δηλαδή ἔπαψε νά ὑπάρχει. Δέν εἶναι πιά τίποτε γιά τόν κόσμο. Ἄν ζεῖ ἤ δέν ζεῖ, γιά τόν ἄλλο κόσμο, δέν ξέρομε. Ἀλλά γιά δῶ, δέν εἶναι πιά τίποτε ὁ πεθαμένος.
2. Ποιός δέν θά χαιρόταν;
Ἔτσι νόμιζαν οἱ ἀπόστολοι. Ἀλλά ἔμειναν ἑνωμένοι μαζί τους ἀπό τήν ἀγάπη πού εἶχαν στόν Χριστό. Καί πῆγαν καί κλειδώθηκαν σέ ἕνα ὑπερῶο νά μήν τούς πιάσουν οἱ Ἑβραῖοι καί τούς σκοτώσουν καί αὐτούς. Καί ἐκεῖ πού ἦταν κρυμμένοι μέσα στό ὑπερῶο, διπλοκλειδωμένοι καί ἀμπαρωμένοι, ξαφνικά ὅταν ἄρχισε νά ἀνατέλλει ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἡ ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως, βλέπουν ἀνάμεσά τους τόν Χριστό. Πῶς εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων; Πῶς μπῆκε ἀφοῦ οἱ πόρτες ἦταν κλειδωμένες;
Ἀπαντᾶμε στά τροπάρια: Ὅπως βγῆκε καί ἀπό τόν τάφο χωρίς νά βγεῖ ἡ ταφόπλακα. Καί ὅπως μπῆκε καί βγῆκε ἀπό τήν Παναγία χωρίς νά χαλάσει ἡ παρθενία τῆς Παναγίας, γιατί ὁ Θεός εἶναι παντοδύναμος.
Ὅταν βρέθηκε ὁ Χριστός ἀνάμεσά τους, τούς εἶπε ἐκεῖνο πού λέμε καί ἐμεῖς τόσες φορές στίς Λειτουργίες μας καί στίς προσευχές μας: «Εἰρήνη ὑμῖν, εἰρήνη πᾶσι». Γιατί ὁ Χριστός τό καθιέρωσε ὅτι εἶναι εὐλογία. Καί τότε οἱ ἀπόστολοι χάρηκαν. Γιατί χάρηκαν; Γιατί διαπίστωσαν ὅτι εἶχαν λάθος στούς λογισμούς τους. Διαπίστωσαν, ὅτι τό ψέμα, ἐκεῖνο πού τούς εἶχε καταπλακώσει, ἡ ἀπογοήτευση, ἦταν λάθος τους. Ἔβλεπαν τόν Χριστό, τόν ἄκουγαν. Ἅπλωσαν τά χέρια τους καί τόν πιάσανε. Κουβέντιασαν μαζί του. Γιά ὅλα ἐκεῖνα πού εἶχαν κάνει καί ἰδεῖ μαζί του.     Καί «ἐχάρησαν οἱ μαθηταί  ἰδόντες τόν Κύριον»
Ποιός δέν θά χαιρόταν;
Βλέπομε στό ὄνειρό μας, τόν πατέρα μας, τήν μητέρα μας, τόν ἀδελφό μας τόν πεθαμένο. Καί ἅμα τόν δοῦμε νά χαμογελάει λιγάκι ἤ νά μᾶς πεῖ μιά καλή κουβέντα, στόν ὕπνο μας, γεμίζει ἡ καρδιά μας ἀπό χαρά καί ἀγαλλίαση. Γιά φαντασθεῖτε νά τόν δοῦν τόν Χριστό δίπλα τους, ἀνάμεσά τους, νά τούς μιλήσει, νά τούς χαμογελάσει, νά τόν πιάσουν, νά τόν ψηλαφήσουν, νά τούς εὐλογήσει, νά τόν δοῦν ζωντανά. Νά γιατί «ἐχάρησαν οἱ μαθηταί  ἰδόντες τόν Κύριον».
Νά ποῦμε τώρα μιά κουβέντα παραπέρα. Ὑπάρχει μεγαλύτερη γλύκα γιά τόν ἄνθρωπο ἀπό τό νά δεῖ τόν Χριστό; Ἀπό τό νά δεῖ ἐκεῖνον πού θά τόν δοῦμε στή Δευτέρα Παρουσία; Καί θά τόν ἀπολαμβάνουμε γιά ὅλους τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων, τόν σωτήρα καί λυτρωτή μας Ἰησοῦ Χριστό;
3. Θωμᾶ, σύνελθε!
Γύρισε μετά ὁ Θωμᾶς, πού ἔλειπε ἐκείνη τήν ἡμέρα πού ἐμφανίστηκε στούς μαθητές του ὁ Χριστός. Καί τοῦ λέγανε: «Ἦρθε, ἑωράκαμεν τόν Κύριον. Εἴδαμε τόν Χριστό». Ἐκεῖνος τούς ἔλεγε: «Σιγά. Ἐγώ πεθαμένο δέν ξέρω νά γύρισε. Πῶς θά γύρισε ὁ Χριστός καί ποῦ τόν εἴδατε; Ποῦ εἶν’ τος;»
-Ἦρθε, τόν εἴδαμε, ἔφυγε.
-Δέν σᾶς πιστεύω. Καί ἄν δέν βάλλω καί ἐγώ τό δάχτυλό μου, ἐκεῖ πού λέτε ὅτι τό βάλατε καί ἐσεῖς, στήν πληγή στά χέρια του, στήν πληγή στά πλευρά του, στίς πληγές στά πόδια του, δέν θά πιστεύσω. Λέτε ψέματα.
Θωμᾶ, σύνελθε! Ποιός σοῦ λέει ψέματα; Ὁ ἀπόστολος Πέτρος; Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης; Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος; Ὁ ἀπόστολος Φίλιππος; Ποιός σοῦ λέει ψέματα Θωμᾶ; Ποτέ τούς ἄκουσες νά ποῦν ψέματα; Πόσο θά διατηρώντουσταν τά ψέματα; Ἕνα λεπτό; Δυό λεπτά; Μετά θά ἔσπαζε ἡ καρδιά τους τέτοιοι ἄνθρωποι...
Γιατί δέν τό σκέφτεσαι τό πράγμα ἀπό ἄλλη πλευρά; Ποιά πλευρά;
Νά πεῖς: «Ἐγώ δέν τόν εἶδα ἀκόμα. Ἀλλά ἀλήθεια λέτε; Ἔτσι ἔγινε; Πρέπει νά ἀλλάξω γνώμη καί νά περιμένω νά τόν δῶ. Θά περιμένω νά τόν δῶ καί ἐγώ ὅπως τόν εἴδατε καί ἐσεῖς».
Μήπως λέμε κάτι τό παράλογο; Αὐτό δέν εἶναι τό πιό λογικό;
Ἀλλά δέν δεχόταν μέ κανένα τρόπο ὁ Θωμᾶς τά λόγια τῶν ἀποστόλων. Γιατί; Γιατί ἀδελφοί μου, ἐμεῖς παθαίνομε τά λεγόμενα «κολλήματα». Κολλᾶμε. Ποῦ κολλᾶμε; Ἕνας κολλάει στήν κοιλιά του. Ἕνας κολλάει σέ ἄλλα πάθη σωματικά καί δέν ἐννοεῖ νά ξεκολλήσει. Ἀλλός κολλάει σέ συναισθήματα:
-Νά μήν τόν δῶ αὐτό τόν ἄνθρωπο μπροστά μου. Θά σκάσω, θά πεθάνω.
-Δέν θά πάθεις τίποτα βρέ, συγχώρησέ τον. Καί ὅταν τόν δεῖς, ἀγκάλιασέ τον καί φίλησέ τον νά φύγει τό κακό.
Κολλάει ὁ ἄνθρωπος καί δέν μπορεῖ νά ξεκολλήσει.
Ὑπάρχει καί ἄλλο κακό. Εἶναι κόλλημα στό μυαλό. Τί λέει τό κόλλημα στό μυαλό; «Ἐγώ αὐτή τήν ἰδέα ἔχω μέσα μου καί δέν τήν βγάζω μέ τίποτε». Τί μοῦ λέει ἡ ἰδέα μου; «Ἄν δέν τό ἰδῶ, ἄν δέν τό πιάσω, ἄν δέν τό ψηλαφήσω, δέν πιστεύω. Γιατί τοῦτα ἐδῶ μόνο εἶναι πού ὑπάρχουν. Ἐκεῖνα πού τά πιάνω, τά βλέπω καί τά ἀκούω. Πού τά καταλαβαίνω μέ τό στόμα μου καί μέ τό σῶμα μου».
Νά ἡ μεγαλύτερη ἀνοησία στόν κόσμο. Ἐμεῖς ὅλοι, ὅλοι ἀνεξαιρέτως ψοφᾶμε γιά ἀγάπη. Ψηλάφησέ την. Δέν ψηλαφᾶται. Βάλτη στό στόμα σου. Δέν μπαίνει. Κοίταξέ την. Δέν κοιτάζεται. Ἄκουσέ την. Δέν ἀκούγεται. Εἶναι πραγματικότητα ἡ ἀγάπη;
Ποιός ἀμφιβάλλει; Καί ἐκείνη πού ἔχω μέσα στήν καρδιά μου  πραγματικότητα εἶναι. Καί μάλιστα πιό μεγάλη ἀπό τό μυαλό μου. Γιατί τό κυβερνάει. Ἅμα ἔχω ἀγάπη γιά ἕναν ἄνθρωπο τό ξεχνάω τό σῶμα μου καί κάνω θυσίες. Θυσίες μεγάλες. Στή φωτιά, λέει, νά πέσω προκειμένου νά σώσω ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα τό παιδί του, ὁ φίλος τόν φίλο του. Τήν καρδιά μου καί τό νεφρό μου νά δώσω νά κάνει μεταμόσχευση γιά νά ζήσει.
Ἡ ἀγάπη δέν ὑπάρχει; Ἡ ἀγάπη κυβερνάει τόν κόσμο!
Καί ἐκείνη πού αἰσθάνομαι ἀπό τόν ἄλλο μέ γεμίζει χαρά δέκα φορές μεγαλύτερη ἀπ'  ὅτι τό ὅποιο φαΐ καί ἡ ὅποια διασκέδαση. Ἅμα χάσω τήν ἀγάπη, ἄν δέν ἔχω ἐγώ μέσα μου καί δέν βρίσκω ἀπό τούς ἄλλους, ταλαιπωρία, δυστυχία καί πίκρα καί θλίψη ἡ ζωή. Ἔτσι εἶναι.
Γι' αὐτό λοιπόν εἶναι ἀνοησία νά λέει κανείς ὅτι ἄν δέν δῶ, δέν πιστεύω. Καί ὁ Θεός μιλάει μέσα στήν καρδιά μας καί μᾶς λέει: «Σκέψου το λίγο καλύτερα. Δέσ’ το λίγο καλύτερα». Πόσες φορές μιλάει μέσα στήν καρδιά μας ὁ Θεός! Καί ἡ φωνή του πρέπει νά εἶναι πιό σεβαστή ἀπό τήν κάθε ἰδέα καί ἀπό τήν κάθε μας σκέψη.
4. Πῶς ἀναζητᾶμε τόν Θεό
Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες, ξαναῆλθε ὁ Χριστός, ἐνῶ ἦταν μαζεμένοι οἱ μαθητές καί μαζί τους καί ὁ Θωμᾶς στόν ἴδιο τόπο. Στάθηκε ἀνάμεσά τους, ὁ παντογνώστης Θεός, πού δέν σημαίνει ὅτι ἐπειδή δέν ἦταν ἐκεῖ δέν ἤξερε τί γινόταν ἀπό πίσω του, ὅπως ἐμεῖς. Καί γυρίζει στό Θωμᾶ καί τοῦ λέει:
-Θωμᾶ, φέρε τό δάχτυλό σου, βάλτο ἐδῶ στά χέρια μου καί στά πόδια μου. Βάλτο καί στήν πλευρά μου, καί μή γίνου ἄπιστος. Μήν ἀφήνεις τόν ἑαυτό σου νά κολλάει σέ τέτοιες σάπιες, νεκρές, πεθαμένες, δηλητήριο ἰδέες, πού νεκρώνουν τίς ψυχές.
Ὁ Θωμᾶς, ἔβαλε τό δάχτυλό του στίς πληγές, τίς εἶδε, τίς ψηλάφησε καί εἶπε:
-Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου. Σέ κατάλαβα καί σέ προσκυνῶ. Εἶσαι ὄχι ἁπλῶς κάποιος. Εἶσαι ὁ Κύριος καί ὁ Θεός.
Τοῦ εἶπε ὁ Χριστός:
-Ἐσύ μέ εἶδες καί πίστεψες. Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύοντες.
Τί σημαίνει αὐτό; Εἶναι πιό εὐτυχισμένοι καί πιό μεγάλοι στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἐκεῖνοι πού δέν μέ εἶδαν ἀλλά μέ πίστευσαν.
Γιατί εἶναι πιό μεγάλοι; Νά τό ἐξηγήσομε.
Ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ὁ ἐσωτερικός του κόσμος. Ὅταν κάνει τόν ψυχικό του, τόν ἐσωτερικό του κόσμο καλό, ἔχει τό μεγαλύτερο θεμέλιο γιά μιά ζωή κατά Θεόν. Ποιά εἶναι ἡ καλωσύνη τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου; Καλή διάθεση, εἰλικρίνεια, ἀναζήτηση. Ψάχνω νά βρῶ τόν Θεό. Ψάχνω νά βρῶ τό θέλημά του. Ψάχνω νά βρῶ τήν παρουσία του καί τήν ἐνέργειά του. Ψάχνω νά βρῶ τήν Βασιλεία του. Πῶς ψάχνω; Νά ποῦμε τό ἀστεῖο. Πάει ὁ ἕνας ἄνθρωπος στήν κορυφή τοῦ βουνοῦ, καί ψάχνει γιά ψάρια! Τρελλάθηκε; Ἅμα θέλεις νά ψάξεις ψάρια, νά ἡ θάλασσα. Καί πάει στή θάλασσα καί ψάχνει γιά λαγό. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἤ παλαβοφέρνει, ἤ πουλάει ἐξυπνάδες.
Ἀλλά ἡ οὐσία εἶναι ὅτι πρέπει νά ἀναζητᾶμε τόν Θεό μέ τόν τρόπο ποῦ πρέπει. Πῶς εἶναι ὁ τρόπος πού πρέπει;
Πρῶτα φροντίζομε νά κάνομε τήν διάθεσή μας, καλή διάθεση, εἰλικρινή διάθεση, ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ἀπέναντι τῶν ἄλλων καί ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Μετά λέμε: «Ἄς ψάξω».
Ποῦ θά ψάξεις; Στήν ἐφημερίδα; Στήν τηλεόραση;
Στό Εὐαγγέλιο πρέπει νά ψάξεις! Στά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά ψάξεις καί νά ἀναζητήσεις τόν Θεό. Πῶς τόν ἀναζητᾶς; Ὅπως ἕναν καλό φίλο σου.
Πάω στό φίλο μου, ἐπειδή θέλω. Τόν πλησιάζω φιλικά. Τοῦ φωνάζω γλυκά. Χτυπάω τήν πόρτα του ἐλαφρά. Καί ὅταν ἀναζητῶ τόν Θεό κάνω κάτι ἐπί πλέον. Γονατίζω καί λέω: «Θεέ μου, φώτισε τήν καρδιά μου. Ὁδήγησέ με. Δυνάμωσέ με. Ἀξίωσέ με νά σέ βρῶ». Οἱ ἄνθρωποι πού ψάχνουν γιά τόν Θεό ἔτσι, θά τόν βροῦν.
Οἱ ἄλλοι πού ψάχνουν ἀλλιῶς δέν θά τόν βροῦν. Γιατί τό δηλητήριο πού μπαίνει στήν καρδιά μέ ὁρισμένες πράξεις προχωρεῖ καί ἐμποδίζει τόν δρόμο πρός τόν Θεό. Νά ποῦμε ἕνα παράδειγμα.
Πῶς νά μπορέσεις νά βρεῖς τόν Θεό, κυρά μου, ὅταν σοῦ ἀρέσει νά ψάχνεις καί γιά ἄλλον ἄνδρα ἐκτός ἀπό τόν δικό σου; Πῶς θά τόν βρεῖς; Δέν θά τόν βρεῖς ποτέ. Ὁ θάνατος, πού ἔχει τό δηλητήριο πού λέγεται «ἁμαρτία», ἡ ὅποια ἁμαρτία θά σέ διαλύσει. Καί ὁ θάνατος τοῦ δηλητητρίου πού λέγεται «κακός λογισμός», θά σέ διαλύσει. Μήν πιστεύεις στόν ὅποιο λογισμό σοῦ ἔρχεται στό μυαλό. Στοῦ Θεοῦ τόν λόγο νά πιστεύεις καί στούς καθαρούς λογισμούς νά πιστεύεις. Γιατί ὁ Θεός μᾶς θέλει εἰκόνα του καί ὁμοίωσή του. Καί αὐτή ἡ εἰκόνα καί ἡ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο τό γλυκύτερο πράγμα πού μπορεῖ νά δεῖ στόν ἑαυτό του καί στόν φίλο του.
Μόνο ὅταν λέμε τήν λέξη «καλός ἄνθρωπος», γεμίζει ἡ καρδιά μας γλύκα. Γιά φαντασθεῖτε νά μποροῦμε νά ποῦμε: «ἅγιος, τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, τοῦ Θεοῦ εἰκόνα, τοῦ Χριστοῦ εἰκόνα». Τί χαρά καί τί γλύκα πού θά γέμιζε ἡ καρδιά μας καί ἡ ζωή σέ ὅλο τόν κόσμο.
Γι' αὐτό εἶπε ὁ Χριστός: «Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύοντες».
Ἐπειδή ὅμως, οἱ μή πιστεύοντες, πολλές φορές εἶναι καί πολύ ἀδύνατοι ἄνθρωποι, ὁ Θεός ἀπό τότε μέχρι σήμερα δέν παύει νά κάνει καί μερικά θαύματα στόν κόσμο, στόν κάθε τόπο καί ἐκεῖ πού εἶναι τά μεγάλα προσκυνήματα, τά λείψανα τῶν ἁγίων κτλ, τά ὁποῖα, γιατί γίνονται;
Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: Τά θαύματα γίνονται γιά νά εἶναι μιά σπίθα, μιά ἀστραπή, ἕνα φωτάκι πού θά φωτίσει τό μυαλό νά ξυπνήσει καί νά μᾶς πεῖ: «Δέν βλέπεις; Οἱ πεθαμένοι δέν κάνουν τίποτε. Ὁ ἅγιος ὅμως Σπυρίδων, γιά νά κάνει κεῖνο τό θαῦμα μέ τό λείψανό του καί ὁ ἅγιος Γεράσιμος, δέν εἶναι πεθαμένοι. Οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι πεθαμένοι. Καί ἄν οἱ δοῦλοι του δέν εἶναι πεθαμένοι, καί εἶναι πιό ζωντανοί ἀπό τούς ζωντανούς καί τούς τρέμουν τά δαιμόνια, ὅπως τρέμουν τόν ἅγιο Γεράσιμο καί τό λείψανό του, γιά φαντασθεῖτε πόσο τρέμουν τόν Χριστό. Καί πόσο δυνατός εἶναι ὁ Κύριος ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὁ Θεός καί σωτήρας μας».
Ὅποιος ἔτσι πορεύεται, καί γιά ὅλα αὐτά ψάχνει νά τά δεῖ καί νά τά βρεῖ, θά γεμίζει τό κεφάλι του καί ἡ καρδιά του, τό μυαλό του καί τό εἶναι του, μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅσο περισσότερο πιστεύει, τόσο περισσότερο θά καταλαβαίνει τί γλύκα καί τί εὐτυχία καί τί χαρά εἶναι, νά εἶναι κανείς δοῦλος τοῦ Χριστοῦ. Πιστός καί ἀφοσιωμένος ἄνθρωπος στόν Χριστό. Ὅπως ὑπῆρξε καί ὁ Θωμᾶς, ὁ ὁποῖος γύρισε ὅλο τόν κόσμο καί πῆγε στίς Ἰνδίες νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο. Καί στίς Ἰνδίες σταυρώθηκε καί πέθανε μέ φρικτά βασανιστήρια, γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους μαζί μέ ὅλους τούς ἀποστόλους ἁγίους στόν κόσμο.
Τό φῶς τοῦ παραδείγματός του, οἱ πρεσβεῖες του, οἱ προσευχές του καί ἡ καλωσύνη του, νά μᾶς συνοδεύουν ὅλους. Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,
 πηγη.zoiforos

Η απίστευτη ιστορία του Dobri Dobrev

Η απίστευτη ιστορία του Dobri Dobrev

Η απίστευτη ιστορία του Dobri Dobrev
  Ο 99χρονος άντρας έχασε την ακοή του στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο…
Ντυμένος στα χειροποίητα ρούχα του, περπατάει 10 χιλιόμετρα κάθε μέρα, από το σπίτι του στο χωριό μέχρι την πόλη της Σόφιας. Εκεί περνάει τη μέρα του “ζητιανεύοντας”.
Αν και γνωστός, εδώ και πολλά χρόνια, για τις ευχαριστίες του σ’ όλους τους ανθρώπους που του δίνουν λεφτά, πρόσφατα ανακαλύφθηκε ότι δώρισε κάθε δεκάρα που είχε μαζέψει -πάνω από 40,000 ευρώ- υπέρ αποκατάστασης Βουλγαρικών μοναστηριών και εκκλησιών, καθώς και για εξόφληση λογαριασμών ορφανοτροφείων. Ζει με την κρατική σύνταξη των 80 ευρώ.
Ο Γέροντας Ντόμπρη (Dobri Dobrev) συμπληρώνει τα 99 του χρόνια φέτος και συνεχίζει μεγαλόψυχα να μοιράζει στους ανθρώπους γύρω του την μοναδική του περιουσία, την καλοσύνη και την ανθρωπιά. Ακόμη και στην προχωρημένη αυτή ηλικία, ίσως τον συναντήσετε στους δρόμους της πρωτεύουσας να αναζητά γενναιόδωρους ανθρώπους να τον βοηθήσουν στο θεάρεστό του έργο.
Ο Γέροντας Ντόμπρη εδώ και δεκαετίες συγκεντρώνει χρήματα για την αναπαλαίωση χριστιανικών ναών σε ολόκληρη την Βουλγαρία. Απτόητος από το κρύο και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, αδιαφορώντας αν θα μείνει νηστικός… Ακτινοβολεί καλοσύνη, έτοιμος να φιλήσει το παιδικό χεράκι, που θα ρίξει στον ‘κουμπαρά’ του ένα κέρμα, έτοιμος να συζητήσει για την Θεία Χάρη με τούς περαστικούς. Ο Γέροντας Ντόμπρη ωστόσο δεν είναι ζητιάνος! Δεν ζητάει από του περαστικούς να τον βοηθήσουν να επιβιώσει, αποζητά, αντιθέτως, να σώσει τις ψυχές τους. Δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ζητιάνο, άνθρωπο, που έχει απαρνηθεί τις υλικές του ανάγκες και συγκεντρώνει χρήματα για το θεάρεστό του σκοπό.
Να δωρίσεις χρήματα για έναν Ναό σημαίνει να δωρίσεις ελπίδα, πίστη, αξίες στις επόμενες γενιές, να τους προετοιμάσεις να γίνουν καλύτεροι Άνθρωποι! Σε αυτό το μέλλον ελπίζει ο Γέροντας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και τους δημοσιογράφους!
Αντιλαμβάνεται πόσο εγωιστικά σκέφτεται η σημερινή κοινωνία, σέβεται τους συνανθρώπους του, δεν το βάζει κάτω και ευελπιστεί να αποτελέσει παράδειγμα για τους ανθρώπους, που θα ακολουθήσουν τον δρόμο του!
Με τα αυθεντικά του σκισμένα ρούχα και παπούτσια, τα μακριά του άσπρα μαλλιά και γένια, ο Γέροντας φαντάζει για πολλούς, οδοιπόρος από το παρελθόν. Σαν να έρχεται να μας θυμίσει εποχές που η πίστη, η καλοσύνη, η αγάπη αποτελούσαν βασικές, αληθινές αξίες.
Ο Γέροντας Ντόμπρη είναι οδοιπόρος…ακούραστος, γεμάτος ενέργεια, ταξιδεύει από την γενέτειρά του σε ολόκληρη την χώρα, εκπληρώνοντας την θεάρεστη αποστολή του, την διατήρηση της εκκλησιαστικής, πνευματικής κληρονομιάς. ‘Οντας νεότερος, ο Γέροντας ήταν σε θέση να διανύσει πεζός την απόσταση Μπάηλοβο – Σόφια , περισσότερα από 25 χιλιόμετρα. Τα γερασμένα, ταλαιπωρημένα του άκρα δεν τον κρατούν πλέον και χρησιμοποιεί λεωφορείο.
Η τωρινή κατοικία του Γέροντα βρίσκεται δίπλα στο σπίτι-μουσείο του συντοπίτη του Ελίν Πελίν. Ο «Άγιος» από το Μπάηλοβο, εδώ και χρόνια είναι αληθινός ασκητής και έχει παραχωρήσει τις ανέσεις του σπιτιού του στους συγγενείς και διαδόχους του. Ο ίδιος κατοικεί σε ένα δωματιάκι-παράπηγμα στην αυλή της εκκλησίας Άγιος Κύριλλος και Μεθόδιος. Παρόλο που διαθέτει κρεβάτι, προτιμά να κοιμάται στο πάτωμα, αρνούμενος πεισματικά τις ανέσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Στο τραπέζι του σεμνού του δωματίου, ένα κομμάτι ψωμί και μια ντομάτα, του αρκούν για την ημέρα που έρχεται…

Η Γιαγιά και η Καινή Διαθήκη

Η Γιαγιά και η Καινή Διαθήκη


Η Γιαγιά και η Καινή Διαθήκη

Κάποτε,σ’ ένα εκκλησιαστικό βιβλιοπωλείο μπήκε μια γριούλαγια να ψωνίσει!Κατευθύνθηκε προς τον υπάλληλο του βιβλιοπωλείου και ζήτησε την Καινή Διαθήκη! Ο υπάλληλος πρόθυμος, την εξυπηρέτησε αμέσως!
Στο κατάστημα εκείνη τη στιγμή έτυχε να βρίσκεται και κάποιος ιερέας! Βλέποντας την γριούλα να αγοράζει την Καινή Διαθήκη αναρωτήθηκε αν την ήθελε για την ίδια ή για κάποιον άλλον, καθώς την θεώρησε αρκετά μεγάλη για να ξέρει να διαβάζει!
Πήρε το θάρρος λοιπόν, και την ρώτησε:
- Γιαγιάκα, για σένα την θέλεις την Καινή Διαθήκη;
- Μάλιστα, πάτερ μου, απάντησε εκείνη!
- Αλήθεια; Ξέρεις να διαβάζεις;
- Όχι! Απάντησε η γριούλα, εντελώς φυσιολογικά!
- Και τότε τι θα την κάνεις την Καινή Διαθήκη αν δεν μπορείς να την διαβάσεις; την ξαναρώτησε ο ιερέας!
- Να παιδί μου, του απάντησε η γριούλα! Την κρατάω αγκαλιά, πάω μπροστά στην εικόνα του Χριστού, του δείχνω την Καινή Διαθήκη και του λέω:
“Χριστέ μου δεν ξέρω να διαβάζω, αλλά ότι λες σε αυτό το βιβλίο, βάλτο εδώ μέσα” και με ένα ελαφρύ χτύπο του χεριού της, έδειξε την καρδιά της!
πηγη.isagiastriados

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Τὴν ἀνάσταση τὴν κηρύττει, τὴν τραγουδάει....

Τὴν ἀνάσταση τὴν κηρύττει, τὴν τραγουδάει....
Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))



Τὴν ἀνάσταση ἡ Ἐκκλησία δὲν τὴν ἐξηγεῖ, ἀλλὰ τὴν κηρύττει, τὴν τραγουδάει καὶ τὴν χορεύει!

«Χριστὸς ἀνέστη!» Αὐτὲς οἱ δύο λέξεις ὅλες αὐτὲς τὶς ἡμέρες εἶναι στὰ χείλη ὅλων τῶν πιστῶν. «Χριστὸς ἀνέστη!» σὲ χίλιους τόνους ψέλνομε στὴν Ἐκκλησία. «Χριστὸς ἀνέστη!» χαιρετᾶμε στὸ δρόμο. «Χριστὸς ἀνέστη!» ἀκούεται παντοῦ κι ὅλοι ἀποκρίνονται «Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος!».

Ἡ πρώτη καὶ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Ἑβραίων ἦταν τὸ Πάσχα, ποὺ ἑορταζόταν κάθε χρόνο μέσα στὸ μήνα Μάρτιο, γιὰ νὰ θυμᾶται ὁ λαὸς τὴν ἔξοδο τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴ διάβαση μὲ θαυμαστὸ τρόπο τῆς ἐρυθρᾶς θάλασσας. Ἦταν ἡ ἑορτὴ τῆς διάβασης, γιατί αὐτὸ θὰ πεῖ ἡ ἑβραϊκὴ λέξη Πάσχα, διάβαση· τὸ πέρασμα δηλαδὴ μέσα ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ λαοῦ μὲ τὴν ἀρχηγία τοῦ Μωϋσῆ.

Ἡ πρώτη καὶ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ «καινὸν πάσχα», τὸ καινούργιο δηλαδὴ Πάσχα. Αὐτὸ τὸ Πάσχα δὲν εἶναι πιὰ ἡ διάβαση καὶ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο πρὸς τὴν Παλαιστίνη, ἀλλὰ ἡ διάβαση καὶ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸ θάνατο πρὸς τὴ ζωὴ κι ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανό. Ἔτσι, ὅπως τὸ ἀκοῦμε στὸ πρῶτο τροπάριο τοῦ Κανόνα τῆς ἑορτῆς- «ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωὴν καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανὸν Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμᾶς διεβίβασεν…».

Τώρα ὄχι πιὰ ὁ Μωϋσῆς, ποὺ χτύπησε τὴ θάλασσα μὲ τὸ ραβδί του κι ἔγινε δρόμος γιὰ νὰ περάσει ὁ λαός. Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴν Ἀνάστασή του μᾶς ὁδήγησε καὶ μᾶς πέρασε ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἡ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «Ἀναστάσεως ἡμέρα». Οἱ Ἑβραῖοι, μετὰ τὸ πέρασμα τῆς θάλασσας ἔψαλαν τὸ «ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται» κι oἱ χριστιανοὶ καλοῦνται τώρα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ λαμπρυνθοῦν «Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί…»· φωτεινοὶ δηλαδὴ καὶ γεμάτοι χαρὰ νὰ ἑορτάσουν τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως.

Ὅλα τώρα εἶναι γεμάτα φῶς, γι’ αὐτὸ ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, τὸ «καινὸν Πάσχα», λέγεται «λαμπρή», ἑορτὴ δηλαδὴ ποὺ λάμπει μέσα στὸ φῶς. Τὸ φῶς ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στὴν ὑλικὴ κτίση, τώρα σ’ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τῆς Ἄνοιξης ποὺ ξαναγεννιέται καὶ ἀνασταίνεται ὁ φυσικὸς κόσμος. Τὸ φῶς ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἀνάστασή του, μὲ τὴν ὁποία φωτίσθηκαν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια. Γιατί καὶ στὸν Ἅδη κατέβηκε ὁ Χριστὸς καὶ χάρισε ζωὴ σὲ ὅλους ποὺ ἦσαν στὰ μνήματα, «καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος».

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ποιητικὰ τροπάρια στὸν ἀναστάσιμο Κανόνα, ποὺ εἶναι τὸ τραγούδι μας αὐτὲς τὶς ἡμέρες, εἶναι ἀκριβῶς αὐτό, ὅπου ὁ ἱερὸς ποιητής, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐκφράζει αὐτὴ τὴν πραγματικότητα τοῦ φυσικοῦ καὶ πνευματικοῦ φωτός, μέσα στὸ ὁποῖο λούζεται ἡ μεγάλη ἑορτή· «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτὸς οὐρανὸς τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια…». Τώρα μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὅλα πλημμύρησαν στὸ φῶς κι ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ κι ὅ,τι εἶναι κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, ἐκεῖ ποὺ πρῶτα βασίλευε ὁ κατασκότεινος Ἅδης.

Ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα δὲν εἶναι ἑορτὴ μιᾶς ἡμέρας οὔτε μιᾶς ἑβδομάδας οὔτε σαράντα ἡμερῶν μέχρι τῆς Ἀναλήψεως, ἀλλὰ εἶναι ἑορτὴ ὅλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, ὅλης τῆς χρονιᾶς καὶ ὅλης τῆς ζωῆς μας. Κάθε Κυριακὴ ὅλο τὸ χρόνο τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἑορτάζουμε, γι’ αὐτὸ καὶ λέμε τὸ «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι…». Μὰ καὶ κάθε φορὰ ποὺ τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία «Πάσχα ἐπιτελοῦμεν», καθὼς τὸ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Πάσχα ἔχουμε καὶ ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεως κάθε μέρα ποὺ γίνεται ἡ θεία Λειτουργία, ποὺ σφαγιάζεται καὶ θάβεται καὶ ἀνασταίνεται πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ.


 



Μὰ ὅλα αὐτὰ δὲν λέγονται καὶ δὲν ἐκφράζονται μὲ λόγια. Γι’ αὐτὸ στὴ ἑορτὴ αὐτὴ δὲν θὰ πρέπει νὰ λέμε τίποτα, ἀλλὰ μόνο νὰ ἀφήνουμε νὰ μπαίνει μέσα μας τὸ φῶς κι ἡ χαρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀνοίγουμε τὸ στόμα, γιὰ νὰ ψάλουμε καὶ νὰ τραγουδήσουμε τὴ θεία Ἀνάσταση. Γιατί ὅλα τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι παρὰ τὰ ἱερὰ τραγούδια τῆς πίστεώς μας, τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ, καθὼς τὰ ’λέγε κάποιος ἅγιος ἄνθρωπος, ὁ μακαρίτης κυρ Ἀλέξανδρος ὁ Παπαδιαμάντης.

Καὶ εἶναι κρῖμα, γιατί τώρα τὰ παιδιά μας δὲν μαθαίνουν καὶ δὲν θέλουν νὰ ψάλλουν τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ καὶ σὲ λόγια καὶ σὲ μουσικὴ εἶναι ἀσυγκρίτως καλύτερα ἀπ’ ὅλα τὰ βρώμικα τραγούδια, ποὺ τραγουδᾶνε τώρα μικροὶ καὶ μεγάλοι καὶ τὰ ἀκοῦμε κάθε μέρα μέσ’ στὰ σπίτια μας καὶ τὰ ‘χουμε μέσ’ στὰ ἀφτιά μας ἀπὸ τὴν τηλεόραση καὶ τὸ ραδιόφωνο. Αὐτὰ ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἱερά, ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἑλληνικά, δὲν ἔχουν δηλαδὴ χαρακτήρα ἑλληνικό, ἀλλὰ καθὼς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, γιατί καὶ τότε αὐτὰ δὲν ἦσαν ἄγνωστα, «πάσης γέμουσιν ἀκολασίας» εἶναι δηλαδὴ γεμάτα ἀπὸ κάθε βρωμιά.

Ἀλλὰ τέλος πάντων, τὸ θέμα τώρα δὲν εἶναι αὐτό. Ἀλλὰ ἡ ψαλμωδία τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ καλύτερη γλώσσα, μὲ τὴν ὁποία μποροῦμε νὰ ἐκφράσουμε θεολογικὰ τὴ πίστη μας. Ἡ πίστη εἶναι ἕνα βαθύτατο αἴσθημα μέσα στὸν ἄνθρωπο· σὲ κάθε ἄνθρωπο, γιατί μ’ ὅσα κι ἂν λένε ἄπιστος ἄνθρωπος δὲν ὑπάρχει. Μὰ ὅ,τι αἰσθάνεται κανεὶς καὶ ζεῖ μέσα του, καὶ μάλιστα ὅσο περισσότερο τὸ ζεῖ καὶ τὸ αἰσθάνεται, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐκφράσει μὲ λόγια· δὲν μπορεῖ νὰ τὸ καταλάβει λογικά, δὲν τὸ χωράει ὁ λογισμός του. Γι’ αὐτὸ ἡ καρδιὰ ἔχει τὴ δική της γλώσσα, ποὺ δὲν εἶναι ἡ γλώσσα τοῦ μυαλοῦ, ἀλλὰ εἶναι τὸ τραγούδι. Κάθε ζωντανὸς ἄνθρωπος τὸν καλύτερο ἑαυτὸ του τὸν ἐκφράζει μὲ τὸ τραγούδι.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὰ δικά της ἱερὰ τραγούδια. Ἡ Ἐκκλησία τὴν πίστη καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ τὶς κάνει τροπάρια καὶ ἱερὰ τραγούδια. «Ψαλτὰ μοι ἦσαν τὰ δικαιώματά σου» λέει ὁ Ψαλμός, ποὺ θέλει νὰ πεῖ πὼς οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιὰ καὶ τὸ στόμα τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνα παντοτινὸ τραγούδι καὶ μιὰ Ψαλμωδία. Καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡ Ἐκκλησία δὲν τὴν ἐξηγεῖ, γιατί τὸ θαῦμα ὑπερβαίνει κάθε ἐξήγηση, ἀλλὰ τὴν κηρύττει καὶ τὴν τραγουδάει.

Τὸ ὀμορφότερο ἱερὸ τραγούδι τῆς ἑορτῆς τοῦ «καινοῦ» Πάσχα αὐτὲς τὶς ἡμέρες εἶναι ὁ Κανόνας τοῦ ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ, τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…». Παίρνοντας τὰ πρῶτα λόγια καὶ πολλὰ ἄλλα τοῦ Κανόνα ἀπὸ ἕνα λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ὁ ἱερὸς ποιητὴς κάνει ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα ποιήματα τῆς Ἐκκλησίας, τονισμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο σὲ καθαρὴ ἑλληνικὴ μουσική.

Παίρνω ἕνα ἀπὸ τὰ τροπάρια τοῦ Κανόνα, γιὰ νὰ σᾶς δείξω ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ εἶπα παραπάνω, ὅτι δηλαδὴ ἡ καλύτερη γλώσσα τῆς πίστεως εἶναι ἡ ψαλμωδία καὶ τὸ τραγούδι, καὶ ὄχι μόνο τὸ τραγούδι, ἀλλὰ μαζὶ καὶ ὁ χορός. Πολλὲς φορὲς ἀκοῦμε στὴν Ἐκκλησία τὸ «Σκιρτήσατε, χορεύσατε, ἐν εὐφροσύνῃ ψάλατε…»· οἱ πιστοὶ καλοῦνται νὰ αἰσθανθοῦν μέσα τους σκιρτήματα ἱερῆς χαρᾶς καὶ νὰ τὰ ἐκδηλώσουν μὲ τὸ χορὸ καὶ τὸ τραγούδι. Νὰ μὴ σᾶς κάνει κακὴ ἐντύπωση καὶ νὰ μὴ σᾶς τρομάζει, Ὅταν λέμε γιὰ χορὸ στὴν Ἐκκλησία, γιατί ὅλες οἱ ἱερατικὲς κινήσεις μέσα στὴ θεία λατρεία, τὸ πῶς βηματίζει ὁ λειτουργὸς ἱερέας, τὸ πῶς θυμιατίζει, τὸ πῶς εὐλογεῖ, ὅλα εἶναι ἕνας ἱερὸς χορός.

Τὸ τροπάριο τοῦ Κανόνα, γιὰ τὸ ὁποῖο εἶπα, εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἀναφέρεται στὸν προφήτη καὶ βασιλέα Δαβίδ. Ἦταν τότε, ποὺ ὕστερ’ ἀπὸ μιὰ αἰχμαλωσία της, ἐπανέφεραν τὴν κιβωτὸ τῆς διαθήκης στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἦταν τόση ἡ χαρὰ τοῦ Δαβίδ, ποὺ πήγαινε μπροστά, ἕνας νικητὴς βασιλιάς, μαζὶ μὲ τὰ παιδιά, ἔπαιζε τὸ ὄργανο καὶ πηδοῦσε καὶ χόρευε στὸ δρόμο. Τῆς ἀρραβωνιαστικιᾶς του, ποὺ τὸν εἶδε ἀπὸ τὸ παράθυρο, τῆς κακοφάνηκε καὶ τὸν περιφρόνησε μέσα της ὕστερα τὸν εἰρωνεύτηκε καὶ τοῦ εἶπε· «Τί ὄμορφος, ἀλήθεια, ποὺ ἦταν σήμερα ὁ βασιλιάς, ὅταν χόρευε μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ στὸ δρόμο!». Τότε ὁ Δαβὶδ μὲ θυμὸ τῆς εἶπε· «Καὶ παίξομαι καὶ ὀρχήσομαι ἐνώπιον Κυρίου»· δηλαδὴ ἂν εἶναι γιὰ τὸ Θεό, καὶ θὰ παίξω καὶ θὰ χορέψω.

Αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο ἀπὸ τὴ Παλαιὰ Διαθήκη παίρνει ὁ ποιητὴς καὶ μουσικὸς Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς καὶ κάνει ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ὡραῖα καὶ χαρακτηριστικὰ τροπάρια τοῦ Κανόνα. Παραλληλίζει σ’ αὐτὸ τὴ χαρὰ τοῦ βασιλέα ποὺ χόρευε στὸ δρόμο καὶ τὴν ἔνθεη εὐφροσύνη τῶν πιστῶν, ποὺ εἶναι ὁ ἅγιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, μπροστὰ στὸ μέγα θαῦμα καὶ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως. Νὰ τώρα τὸ τροπάριο, ποὺ ἴσως κάποιοι νὰ μὴν τὸ καταλαβαίνουν, ἐπειδὴ δὲν ξέρουν τὸ ἐπεισόδιο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται· «Ὁ θεοπάτωρ μὲν Δαβὶδ πρὸ τῆς σκιώδους κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν ὁ λαὸς δὲ τοῦ Θεοῦ ὁ ἅγιος τὴν τῶν συμβόλων ἔκφρασιν ὁρῶντες εὐφρανθῶμεν ἐνθέως ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος».

Θαρῶ πὼς εἶναι ἀρκετὰ ὅσα εἴπαμε· ἂς κλείσουμε λοιπὸν ἐδῶ. «Εὐφρανθῶμεν ἐνθέως»· ἂς χαροῦμε κι ἂς χορέψουμε, μὲ πλημμυρισμένη τὴ ψυχή μας ἀπὸ θεϊκὴ χαρά. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ μέγιστο θαῦμα τῆς πίστεώς μας καὶ τὸ μοναδικὸ γεγονὸς τῆς ἱστορίας. Πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θαῦμα στέκει ἡ Ἐκκλησία, δηλαδὴ ἐμεῖς, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ. «Τὴν τῶν συμβόλων ἔκφρασιν ὁρῶντες εὐφρανθῶμεν ἐνθέως»· βλέποντας πὼς ὅλα, ὅσα συμβολικὰ γίνονταν στὴ Παλαιὰ Διαθήκη, τώρα ξεδιαλύθηκαν σέ μᾶς, ἂς χαροῦμε κι ἂς χορέψουμε, σὰν τὸν βασιλέα Δαβίδ, ποὺ γεμάτος χαρὰ μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ ἔψελνε καὶ χόρευε στὸ δρόμο. Ἐκεῖνος, γιατί ξαναπῆραν τὴν κιβωτὸ καὶ τὴν ἔφερναν στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐμεῖς, γιατί ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, σὰν Θεὸς παντοδύναμος. «Χριστὸς ἀνέστη!», ἀδελφοί. Ἀμήν.
πηγη.agiazoni

Ποιος είναι ο έξυπνος;

Ποιος είναι ο έξυπνος;

Ποιος είναι ο έξυπνος;
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Τα διάφορα προβλήματα της ζωής δεν δοκιμάζουν μόνο την πίστη μας αλλά και την εξυπνάδα μας. Γιατί, βέβαια, οι πραγματικοί πιστοί ενεργούν έξυπνα, έτσι ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν τις όποιες δοκιμασίες χωρίς να διαλυθούν και να αποσυνδεθούν.

Θα αναφέρω κάποια παραδείγματα της σύγχρονης πραγματικότητας:

  • Υπάρχει ένας ο οποίος βρέθηκε με πολλές χιλιάδες χρέος, χωρίς να μπορεί να βγει από πάνω. Δεν κοιμάται τις νύχτες, αγχώνεται, σκέφτεται, αλλά διέξοδο δεν βλέπει. Η κατάσταση αυτή  τον πνίγει σε σημείο που η υγεία του άρχισε να κλονίζεται.Υπάρχει και ένας άλλος με το ίδιο πρόβλημα όμως λέει: «Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Ό,τι πάθω θα το δεχτώ ως μέσο ψυχικής θεραπείας μου. Αν επιτρέψει ο Θεός να πτωχεύσω ή να φυλακιστώ ή κάτι άλλο να πάθω θα είναι για το καλό μου. Θεέ μου, ανάλαβε τη ζωή μου και δίνε μου δύναμη». Τα βράδια κοιμάται ήρεμα, είναι ήρεμος! Ποιός  από τους δύο ενεργεί έξυπνα;
  • Δύο άνθρωποι συγκρούστηκαν με το γείτονά τους, που ζητούσε  παράλογα πράγματα. Ο ένας λέει: «Φταίει και δεν πρόκειται να του μιλήσω». Αγχώνεται όταν τον βλέπει ή τον αποφεύγει.  Ο άλλος λέει: «Φταίει  δεν φταίει, εγώ θα του μιλήσω πρώτος, να συμφιλιωθούμε και να ειρηνεύσουμε.
     
  • Συκοφαντείται κάποιος και θλίβεται, αναστατώνεται, διαλύεται. Προσπαθεί να δικαιολογηθεί, να εξηγήσει, να πει την αλήθεια. Δεν φαίνεται να τον καταλαβαίνει κανείς. Κάποιος άλλος τη συκοφαντία τη βλέπει ως μέσο ταπείνωσης, αυτογνωσίας.  Εμπιστεύεται το Θεό που επέτρεψε τη μεγάλη, πράγματι, δοκιμασία. Προσεύχεται, αναμένοντας από τον Κύριό του «ποιήσεις συν τω πειρασμώ και την έκβασιν». Τον πόνο του τον μεταποιεί σε συντριβή καρδίας και με την προσευχή και την πίστη του ο πόνος ελκύει τη Χάρη του Θεού και βιώνει τη χαρμολύπη των αγίων.

Θα μπορούσαμε και άλλα τέτοια περιστατικά, μέσα από την καθημερινότητα, να αναφέρουμε που δείχνουν τη στάση ζωής με βάση τον άνθρωπο χωρίς πίστη και με βάση τον άνθρωπο με πίστη. Γιατί πίστη και απιστία, στην πραγματικότητα, είναι τρόπος ζωής. Η αποδοχή του ενός ή του άλλου επαφίεται στην ελευθερία του καθενός.

Όταν ο Χριστός μάς προτείνει τη ζωή με βάση την πίστη, δεν είναι για να αυξηθούν οι οπαδοί Του. Η αγάπη και μόνο καθορίζει τις ενέργειές Του προς τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο. Μια αγάπη μέχρι θανάτου, που καταλύει ακόμα και αυτό το θάνατο και χαρίζει ζωή. Η ζωή αυτή διαφέρει, όπως στα παραδείγματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Όποιος ζει με βάση το Ευαγγέλιο του Χριστού, στην πραγματικότητα ζει διαφορετικά από τον κόσμο της υποκρισίας, της ψευτιάς, της διαβολής, του συμφέροντος. Μέσα του νικά η αγάπη, η ταπείνωση, η ανιδιοτέλεια αντί ο εγωκεντρισμός και η φιλαυτία. Όσο και να θεωρείται ανόητος από τους άλλους, γιατί δεν είναι όπως όλους τους άλλους, δεν είναι όμως, αλήθεια, πιο έξυπνος αφού έχει τη χαρά της καρδίας, την ειρήνη του Χριστού, μέσα σ’ ένα κόσμο άγχους και θλίψης;
πηγη,isagiastriados