Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Μαύρο ή άσπρο;

Μαύρο ή άσπρο;

                                           
 Μαύρο ή άσπρο;
Όταν ήμουν μαθητής στο δημοτικό είχα μια πολύ έντονη συζήτηση με ένα συμμαθητή μου για κάποιο θέμα που το έχω ξεχάσει. Όμως εκείνη την ημέρα πήρα  από το δάσκαλό μου ένα από τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα μαθήματα της ζωής μου που παραμένει ζωντανό στη μνήμη μου μέχρι σήμερα.
Ήμουν πεπεισμένος ότι εγώ είχα δίκαιο κι  ο συμμαθητής μου λάθος. Το αντίθετο πίστευε εκείνος∙ ότι η δική του γνώμη ήταν η σωστή κι η δική μου λάθος.
Στο τέλος του μαθήματος ο δάσκαλος που παρακολούθησε τη λογομαχία μας, μας κάλεσε κοντά του και μας τοποθέτησε τον ένα απέναντι στον άλλο στις δύο πλευρές του γραφείου του. Στη μέση του γραφείου τοποθέτησε μια μεγάλη σφαίρα. Από τη θέση μου μπορούσα να διακρίνω πολύ καθαρά το μαύρο της χρώμα. Πρώτον ρώτησε το συμμαθητή μου για το χρώμα της. Εκείνος αμέσως και αυθόρμητα απάντησε πως ήταν άσπρο. Η απάντησή του αυτή με ξάφνιασε. Κάτι δεν πάει καλά! Σκέφτηκα. Αλλά προτού προλάβω να αντιδράσω ο δάσκαλος με ρώτησε κι εμένα ποιο ήταν το χρώμα της σφαίρας. Του είπα: Φυσικά μαύρο. Στη συνέχεια , χωρίς να σχολιάσει τις απαντήσεις μας, μας είπε να αλλάξουμε θέσεις. Αφού παρατήρησε τις αντιδράσεις στα πρόσωπά μας , μας ρώτησε αν επιμένουμε στην πρώτη μας γνώμη για το χρώμα της σφαίρας. Η απάντησή μας ήταν κοινή: Η σφαίρα είναι δίχρωμη. Η μισή της επιφάνεια είναι μαύρη κι η άλλη μισή άσπρη.
Κι ο σοφός μας δάσκαλος συμπλήρωσε : «Παιδιά μου, στη ζωή σας,  όταν αντιμετωπίζετε κάποιο θέμα με ένα πρόσωπο, θα πρέπει πάντοτε να προσπαθείτε να λαμβάνετε υπόψη και τη θέση του άλλου, πώς δηλαδή αντιλαμβάνεται εκείνος το πρόβλημα ή το θέμα, για να μπορείτε να συνεννοηθείτε και να βρείτε την καλύτερη δυνατή λύση, διότι διαφορετικά αν επιμένετε στο «μαύρο» σας κι εκείνος στο «άσπρο» του δεν θα περάσετε στη  λύση της σύνθεσης που είναι το «ασπρόμαυρο».
Επιμέλεια: Αθανάσιος Γκάτζιος
πηγη.isagiastriados

Με το Θεό ή τον άνθρωπο;

Με το Θεό ή τον άνθρωπο;
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
          Είναι παρατηρημένο πως ο σύγχρονος άνθρωπος, εκτός των άλλων δυσκολιών, έχει, πιο έντονα από τον παλαιότερο, το πρόβλημα της μοναξιάς του. Αν και ζει ανάμεσα σε κόσμο, μπορεί να επικοινωνεί άμεσα και συχνά με τους άλλους όπου κι αν βρίσκεται, έχει πρόσβαση στην προσωπική ζωή άλλων, εν τούτοις νιώθει μόνος. Γιατί όμως; Δεν είναι οξύμωρο να ζει και να επικοινωνεί με άλλους και να βιώνει την απομόνωση;
          Φαίνεται ότι πέρα απ’ όσα εξωτερικά έχουμε, αν δεν αισθανθούμε στο βάθος του είναι μας να ικανοποιείται η βαθύτερη ανάγκη για κοινωνία και σχέση, θα μένει το ανικανοποίητο και η έλλειψη. Γιατί πάντα, και ιδιαίτερα σήμερα, η ανθρώπινη ψυχή ζητά την ουσιαστική σχέση με τον άνθρωπο. Το επιπόλαιο, επιφανειακό και ανούσιο δεν γεμίζει τον καρδιακό χώρο και το κενό μας μένει απελπιστικά απαιτητικό.
          Η επιλογή, για να γεμίσει το κενό, δεν είναι πάντα η ορθή. Η απεγνωσμένη προσπάθεια για σχέση οδηγεί πολλές «σχέσεις» σε πόνο, θλίψη, απογοήτευση. Χρειάζεται προσοχή, αφού «ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσάφι». Η ανθρώπινη παρουσία είναι ωραία ως αίσθηση εσωτερική και βεβαιότητα ότι «έχω άνθρωπο», αξίζω για ό,τι είμαι για ένα άλλο άνθρωπο που μ’ αγαπά, με σκέφτεται, είμαι γι’ αυτόν σημαντικός. Η εμπειρία αυτή δίνει δύναμη, χαρά, έμπνευση.
          Όμως, και στην περίπτωση που υπάρχει, είναι ανάγκη να κατανοήσουμε ότι δεν είναι για πάντα δεδομένη, γιατί ο «άνθρωπός μας» ως άνθρωπος υπόκειται σε μεταλλάξεις και ατέλειες. Η σημερινή του αγάπη μπορεί να μετατραπεί σε αντιπάθεια, το σημερινό του ενδιαφέρον σε αδιαφορία. Όχι, απαραίτητα, γιατί φταίμε αλλά γιατί έχει τις δικές του αναπηρίες και αδυναμίες.
          Από την άλλη, η αίσθηση της παρουσίας του Θεού είναι μια δυνατή εμπειρία που είναι ικανή να γεμίσει το κενό της ανθρώπινης απουσίας. Αν και αυτή η παρουσία δεν είναι ορατή και αισθητή με τις αισθήσεις, όπως η ανθρώπινη, όμως είναι μια πραγματικότητα σε πολλούς ανθρώπους.
          Όπως η αίσθηση της ανθρώπινης παρουσίας στη ζωή μας δεν είναι αποτέλεσμα της σωματικής - ορατής παρουσίας αλλά της καρδιακής βεβαιότητας, έτσι και στην αίσθηση της θεϊκής παρουσίας. Ο άνθρωπος χαίρεται για την εμπειρία της αγάπης του Θεού, της διαπροσωπικής σχέσης, της μοναδικότητας της αγάπης Του. Η απόδειξη της θεϊκής παρουσίας βρίσκεται στα αποτελέσματα: δεν νιώθουμε μόνοι, δεν είμαστε απομονωμένοι από τους ανθρώπους, δεν υπάρχει μιζέρια στη ζωή μας. Υπάρχει χαρά, ευχαριστιακή διάθεση, πληρότητα.
          Στο ερώτημα «ποια παρουσία να επιδιώξουμε, την ανθρώπινη ή την θεϊκή;» η απάντηση βρίσκεται στα δεδομένα που έχουμε: αν υπάρχει η ανθρώπινη ας τη ζήσουμε μ’ ευχαριστία, προσπαθώντας να τη διατηρήσουμε ως δώρο Θεού. Αν όχι ας γίνει αιτία να συναντήσουμε ουσιαστικά Αυτόν που περιμένει τη συντροφιά μας, το ενδιαφέρον μας, για να βεβαιωθούμε τελικά ότι είναι ο μόνος έμπιστος, σταθερός, με πολλή αγάπη, ώστε να μπορούν στη «συντροφιά» να παρευρεθούν όλοι «οι εγγύς και οι μακράν».
πηγη.isagiastriados

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

Σὲ ποιὸν νὰ τὸ πῶ;

Σὲ ποιὸν νὰ τὸ πῶ;
Κουτσίδης Νίκων (Ἀρχιμανδρίτης)
 



Ὁ Γκύντερ Γκράς εἶναι ἕνας διάσημος γερμανός συγγραφέας, ὁ ὁποῖος τό 1999 τιμήθηκε μέ τό βραβεῖο Νόμπελ λογοτεχνίας.

Τό 2006 προκλήθηκε διεθνής σάλος ἀπό τό ἑξῆς γεγονός (Ἐφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 20-8-2006, σελ. Α37-Α38):

Ὁ Γκράς, στά ἑβδομήντα ὀκτώ του χρόνια, ἐξέδωσε ἕνα βιβλίο-αὐτοβιογραφία του, μέ τίτλο «Ξεφλουδίζοντας τό κρεμμύδι». Ἐκεῖ, μετά ἀπό ἐξήντα χρόνια, ἀποκάλυψε, ὅτι ὡς νέος γιά ἕνα διάστημα ἦταν μέλος τῶν Ἔς-Ἔς στήν Ναζιστική Γερμανία. Ὁπότε ξεσηκώθηκαν οἱ πάντες. Ἐν τῷ μεταξύ, μέχρι τήν ὥρα πού ἐκδόθηκε τό βιβλίο, ὁ Γκράς ἀποτελοῦσε σύμβολο ἠθικῶν ἀξιῶν καί πνευματικῶν ἀρχῶν γιά ὁλόκληρη τήν Γερμανία, καί ὄχι μόνο. Μερικοί ἔφτασαν στό σημεῖο νά ζητήσουν ἀπό τόν Γκράς νά ἐπιστρέψει τό βραβεῖο Νόμπελ! Γιατί; Γιατί ἔκανε μιά πράξη πού ἦταν πολύ φοβερή, ἔστω καί ἄν ἦταν πολύ νέος ὅταν τήν ἔκανε. Ὁ ἴδιος ἐδήλωσε ὅταν ξέσπασε ὁ θόρυβος:

-Πίεσα τόν ἑαυτό μου νά τό κάνει (!) Δέν μποροῦσα νά κρατήσω πιά τό γεγονός μυστικό (!)

Ὡς φαίνεται, ὁ ἄνθρωπος εἶχε μέσα του περιεχόμενο. Γι᾿ αὐτό δήλωσε ὅτι τόν πίεζε ἀφόρητα αὐτό τό ἁμάρτημα τῆς νεότητός του. Στίς 11 Αὐγούστου τοῦ 2006, δήλωσε στίς ἐφημερίδες: «Αὐτό τό γεγονός θά μέ στιγματίζει γιά πάντα». Προφανῶς ὁ Γκράς διακατεχόταν ἀπό ἐνοχές καί τύψεις. Καί, ἀντί νά τό πεῖ στόν πνευματικό του (πού δέν εἶχε, βέβαια!), προκειμένου αὐτός νά διορθώσει τό ἀτόπημα τῆς ψυχῆς του, τό εἶπε σέ ὅλο τόν κόσμο! Παρά ταῦτα ψυχική ἀνάπαυση καί πάλι δέν φαίνεται νά βρῆκε! Μόνο λίγη προσωρινή ἀνακούφιση, κυρίως διότι ἀποκάλυψε κάτι ἄσχημο καί κακό πού ἔκανε.

Ἡ περίπτωση Γκράς μᾶς δίνει ἀφορμή γιά μερικά πολύτιμα συμπεράσματα:

1. Οἱ ἐνοχές καί οἱ τύψεις μᾶς βασανίζουν γιά κάθε κακό-ἁμαρτία πού κάνουμε. Φυσικά, ἀπό αὐτές ὑποφέρουν καί οἱ μή χριστιανοί! Καί εἶναι ἀναμενόμενο αὐτό, γιατί κάθε ἁμαρτία μᾶς χωρίζει καί μᾶς ἀποξενώνει ἀπό τόν Χριστό, πού εἶναι ὁ Θεός καί Δημιουργός μας.

2. Ὁ μόνος τρόπος ἐξάλειψης τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ἡ μετάνοια ἐκ μέρους μας καί ἡ ἄφεση-συγχώρηση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἄφεση μᾶς δίνεται ἀπό τόν ἱερέα-πνευματικό πατέρα στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή Του στούς ἀποστόλους: Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον. Ὅποιου συγχωρήσετε τίς ἁμαρτίες, θά τοῦ συγχωρηθοῦν (Ἰωάν. 20, 21-22).

3. Ἡ εἰλικρινής, λοιπόν, ἐξομολόγηση διορθώνει-σβήνει καί τίς χειρότερες ἁμαρτίες μας. Καί τότε, ἔρχεται ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ στίς καρδιές μας.


πηγη.agiazoni

Καθημερινότητα και πνευματικότητα

Καθημερινότητα και πνευματικότητα


Καθημερινότητα και πνευματικότητα
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Λέμε πως η καθημερινότητα, με τα τρεχάματα και τις έννοιες της, δεν μας αφήνει να δούμε τον εαυτό μας, να συναντηθούμε με τον αδελφό μας, να γνωρίσουμε το Θεό μας. Πράγματι έτσι είναι! Η ησυχία και η αμεριμνησία είναι προϋποθέσεις αυτογνωσίας – ετερογνωσίας - θεογνωσίας. Άλλωστε, κατά τους Πατέρες, «άνευ ησυχίας αδύνατον καθαρθήναι». Και όταν τα πάθη κυριαρχούν την καρδία, πώς θα φωτιστεί για να δει Φως Χριστού, να ζήσει τις χαρές της ζωής «της νυν και της μελλούσης»;
Όμως, όσο και να κατανοούμε την πιο πάνω πραγματικότητα και να επιθυμούμε να ήταν διαφορετικά, η αλήθεια βρίσκεται στα γεγονότα. Τι θα γίνει λοιπόν; Θα περιμένουμε να μας έλθουν οι κατάλληλες εξωτερικές συνθήκες για να μπορέσουμε να βρούμε όσα ποθεί στο βάθος η καρδιά μας; Και αν δεν έλθουν ποτέ, θα περάσει η ζωή μας στην άγνοια, στην κακομοιριά και στην πεζότητα;
Ο καθένας μας έχει στα χέρα του το φοβερό προνόμιο της ελευθερίας του, που καθορίζει και την πορεία του. Αν τα δεδομένα της ζωής μας είναι τέτοια που δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε, η στάση μας απέναντι σ’ αυτά  διαφοροποιεί τη μέσα μας κατάσταση.
Η ώρα της νύκτας ή της ημέρας που θα μπορέσουμε, ήσυχα και χωρίς λογισμούς, να συναντήσουμε το Θεό της καρδίας, μπορεί με λίγη προσπάθεια να εξευρεθεί από μας. Και αν αυτό δεν είναι δυνατό να το κατορθώνουμε πάντα, ένεκα των συνθηκών και των εκτάκτων περιστατικών, όμως, αν δεν γίνει ποτέ, δείχνουμε την απροθυμία μας για κάτι τέτοιο.
Αλήθεια, δεν είναι οι άλλοι ή οι συνθήκες ζωής πάντα η αιτία της εσωτερικής ακαταστασίας μας και η απουσία της ειρήνης. Η ειλικρίνεια για την οκνηρία του εαυτού μας μπορεί να είναι η αφετηρία για να αρχίσουμε την εσωτερική εργασία, με την περισυλλογή, την αυτογνωσία και την προσευχή, ώστε να οδηγηθούμε στην ανάπαυση που ποθούμε.
Ο Χριστός, που είναι ο άρχοντας της ειρήνης και ο μόνος που μας αγαπά μέχρι Σταυρού, γνωρίζει τις συνθήκες που βρίσκεται ο καθένας μας και διακριτικά  και αγαπητικά, συμπορεύεται ως αδελφός.  Οι εντολές Του δεν είναι διαταγές αλλά προτάσεις ζωής, ούτε νόμοι αλλά μέσα θεραπείας και φωτισμού.
Αν  η καθημερινότητα, με τα εμπόδια και τις δυσκολίες για πνευματική ζωή, είναι αυτή που η είναι, η Εκκλησία του Χριστού δεν μπορεί να έχει απαιτήσεις που να επιδεινώνουν την κατάστασή μας φορτώνοντάς μας με δυσβάστακτα βάρη και ενοχές. Οι προτάσεις της για συμμετοχή στις ακολουθίες, για προσευχή και μελέτη, για νηστεία και περισυλλογή ας μην θεωρηθούν ως καθήκοντα που προστίθενται στα άλλα που έχουμε.
Ο άνθρωπος που εμπιστεύεται το Χριστό και την Εκκλησία Του, που καθοδηγείται από το άγιο Πνεύμα, ζει μεν στον κόσμο με τις μέριμνες και τον κόπο και την οδύνη του, αλλά ζει τον τρόπο που τον βοηθά να πορεύεται με δύναμη, πραότητα, χαρά. Οι Πατέρες και οι Μητέρες μας, γνωρίζοντας εμπειρικά τον τρόπο αυτό, μπόρεσαν να ξεπεράσουν τα πολλά και ποικίλα προβλήματα που η καθημερινότητα τους έφερνε και να ζήσουν με την πίστη που ζωογονεί και την ελπίδα που χαροποιεί. Δεν μπορούμε και μεις να ζήσουμε όπως εκείνοι;
πηγη.isagiastriados

Συντάσσει τῷ Χριστῷ;

Συντάσσει τῷ Χριστῷ;
Μελέτιος Καλαμαρᾶς (Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης)



Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀπὸ τὴ φύσι μιὰ βαθειὰ εὐγένεια. Ἀγαπάει τὴν καλωσύνη, τὴ θυσία, καὶ κάθε ἀρετή. Καὶ θέλει νὰ προσφέρεται κάποτε γι’ αὐτές, ἀκόμη καὶ ὅταν ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸ Θεὸ καὶ ἡ πίστις του ἔχουν παγώσει.

Κάθε πρᾶξις, ποὺ γίνεται ἔξω ἀπὸ τοὺς προβληματισμοὺς τῶν ἀρετῶν, τοῦ χτυπάει στὰ νευρά, εἴτε τὴν κάνει ὁ ἴδιος, εἴτε — πολὺ περισσότερο — κάποιος ἄλλος. Τὸ δυνατὸ μάτι τῆς διάνοιάς του τὶς βλέπει ὅλες τὶς πράξεις αὐτές. Καὶ ἡ ἀκοίμητη συνείδησις τὶς τοποθετεῖ. Καὶ πῶς τὶς τοποθετεῖ; Βέβαια, προσπαθεῖ νὰ τὶς τοποθετῆ σωστά. Ὅμως δὲν τὸ κατορθώνει πάντοτε. Γιατί;

Αὐτὸ συμβαίνει, γιατί προσκρούει σὲ ἕνα ἀπροσδόκητο καὶ ἀπίθανο παρεμβατισμό. Παρεμβαίνει ὁ «ἑαυτούλης» ὑπὲρ τῶν πράξεών του, πού, ἐνῶ εἶναι κακές, καὶ στὸ πρόσωπο τῶν ἄλλων τὶς καταδικάζει κατηγορηματικὰ καὶ ἀπόλυτα, γιὰ τὶς δικές του ὄχι μόνο δὲν κάνει κάτι τέτοιο, ἀλλὰ τὶς ἐκτρέφει καὶ τὶς θάλπει! Εἶναι τὰ ἀγαπημένα του παιδάκια. Καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀγαπημένα, ἀλλὰ καὶ παραχαϊδεμένα! Πρὸς χάριν τους τσακώνεται καθημερινῶς μὲ τὴ συνείδησί του. «Σιωπή, τῆς λέει· εἶναι καλὰ τὰ παιδάκια μου. Εἶναι χαριτωμένα».

Ναί. Ἔτσι γίνεται συνήθως. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος λέγει: «Μὴ γίνεσθε συνήγοροι τῶν παθῶν σας. Νὰ εἶσθε oἱ ἀνεπηρέαστοι δικαστές τους». Ἂν τὰ χαϊδεύης, θὰ ἀποθρασυνθοῦν. Καὶ ποιὸς τότε θὰ τὴν πλήρωση; Πρῶτος καὶ καλλίτερος σύ! Μετὰ καὶ ἄλλοι....

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης κάνει τὴν ἑξῆς παρατήρησι: «Ὁ Φαραὼ σκότωνε τὰ ἀγόρια τῶν Ἑβραίων καὶ ἄφηνε νὰ ζοῦν τὰ κορίτσια. Γιατί ὅμως ἄφηνε τὰ κορίτσια; Εἶναι εὐνόητο. Τὰ ἀγόρια εἶναι σκληρά.

Τὰ κορίτσια μαλακὰ καὶ εὐκολομεταχείριστα. Τὰ ἀγόρια συμβολίζουν τὶς ἀρετές. Τὰ κορίτσια τὶς ἡδονές. Καὶ συμπεραίνει ὁ ἅγιος. Μὴ μιμεῖσαι τὸ Φαραώ, φρόντισε γιὰ τὰ ἀγόρια σου, ἂς εἶναι καὶ σκληρά. Ἀγωνίσου γιὰ τὶς ἀρετές».

Πῶς ὅμως; Ὁ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται πάντοτε στὴν ἴδια πνευματικὴ κατάστασι. Μερικὲς φορὲς πετάει ψηλά, ἀγωνίζεται μόνο γιὰ τὶς πνευματικὲς ἀρετές, καὶ ξεχνάει ἐντελῶς τὰ πάθη καὶ τὶς ἡδονές. Ἄλλοτε παραδίνεται σ’ αὐτὲς κατὰ τρόπο ἀπελπιστικό, καὶ τότε δὲν μπορεῖ οὔτε ὁ ἴδιος νὰ ἀναγνωρίση τὸν ἑαυτό του. Αὐτὴ εἶναι ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου.

Μέσα του ἡ ἀγάπη καὶ τὸ μῖσος, ἡ θυσία καὶ ἡ φιλαυτία, ἡ ἰδιοτέλεια καὶ ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ ἁγνότητα καὶ ἡ ἀκολασία, εἶναι ἰσοδύναμες. Νικάει ἐκείνη, μὲ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος θὰ συνταχθῆ. Συντάσσεσαι μὲ τὸν Χριστό; Νικάει ὁ Χριστός. Συντάσσεσαι μὲ τὸν Σατανᾶ; Μέσα σου νικάει ὁ Σατανᾶς.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος. Καὶ ἡ ἐλευθερία του πραγματώνεται κάθε στιγμή. Εἴτε τὸ θέλομε, εἴτε ὄχι, εἴμαστε «τρεπτοί», δηλαδὴ μποροῦμε κάθε λεπτὸ νὰ «τρεπώμεθα», νὰ ἀλλάζωμε γνώμη καὶ ἀπόφασι. Γι’ αὐτό, κάθε στιγμὴ καλούμεθα νὰ δίνωμε ἀπάντησι στὸ ἐρώτημα: «Συντάσσει τῷ Χριστῷ»;

Κάθε στιγμὴ μποροῦμε ἐξίσου νὰ δώσωμε σὰν ἀπάντησι τὸ «ναὶ» ἤ τὸ «ὄχι». Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἀπέραντη εὐθύνη ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν κάθε του στιγμή. Μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ τὸν μεταβάλη ἀπὸ τὸν χειρότερο παλιάνθρωπο σὲ ἀληθινὸ ἄγγελο. Καὶ ἀντίθετα, ἀπὸ ἄγγελο σὲ τέρας.

Ἡ στιγμὴ αὐτὴ λέγεται «μετάνοια», δηλαδὴ ἀλλαγὴ γνώμης. Μετάνοια λέγεται ἡ ἀλλαγὴ γνώμης ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ καλό. Τὸ ἀντίθετο δὲν λέγεται μετάνοια· λέγεται ξεπεσμός.

Χρειάζεται λοιπὸν νῆψις: ἄγρυπνο ὄμμα στὴν ἄμυνα γιὰ τὴ διατήρησι τῶν ἐπιτευγμάτων μας. Ἡ λέξις ξεπεσμὸς εἶναι τρομερή. Γιὰ τὰ πνευματικὰ ζητήματα εἶναι πολὺ πιὸ τραγική. Γιατί τότε ὁ ἄνθρωπος παθαίνει μιὰ φοβερὴ σεισμικὴ δόνησι, ποὺ φέρνει ἀποτελέσματα ὀδυνηρά.

Ἀκοῦστε, τί γράφει ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος. «Ἡ ἀναθυμίασις τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν δὲν ἀφήνει τὸ νοῦ νὰ ἀπόκτηση ἐπίγνωσι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἡ πάχνη, ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν ὑγρὴ γῆ, κάνει τὴν ἀτμόσφαιρα ἀδιαφανῆ, ἔτσι καὶ ἡ ἀναθυμίασις αὐτή, δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ἰδοῦμε τὸ Θεό. Ὅποιος αὐτὰ δὲν τὰ προσέχει, δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιληφθῆ ὅτι περιπατεῖ στὸ σκοτάδι· καὶ γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο δὲν ἔχει ἀρετές, ἀλλὰ καὶ δὲν καταλαβαίνει οὔτε τί σημαίνουν τὰ ὀνόματά τους! Καὶ ὅμως, φαντάζεται τὸν ἑαυτό του σὰν τὸν πιὸ σπουδαῖο καὶ ἔξυπνο ἄνθρωπο τοῦ κόσμου, ἐνῶ δὲν εἶναι παρὰ ἕνας τιποτένιος» (Λόγος ΙΓ').

Τὸ θεμέλιο ὅλων τῶν ἀρετῶν εἶναι ἡ ταπείνωσις. Αὐτὴ μᾶς ὁδηγεῖ στὶς ἀρετὲς καὶ μέσῳ αὐτῶν στὴν ἐπίγνωσι τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀντίθετα, ἡ ἰδέα ὅτι τὰ ξέρομε ὅλα, ὅτι τὰ κρίνομε σωστὰ καὶ ἐνεργοῦμε ὀρθά, μᾶς χωρίζει καὶ ἀπὸ τὶς ἀρετὲς καὶ ἀπὸ τὸ Θεό.
πηγη.agiazoni

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Μαχάτμα Γκάντι

Συλλογή Αποφθεγμάτων

  
 

Μαχάτμα Γκάντι


  • Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν, μετά τους νικάς.

  • Μ’ αρέσει ο Χριστός σας. Δεν μ’ αρέσουν οι χριστιανοί σας. Οι χριστιανοί σας είναι τόσο διαφορετικοί από τον Χριστό.

  • Τα εφτά που δεν πρέπει να έχεις: Πλούτο χωρίς μόχθο, Γνώση χωρίς χαρακτήρα, Πολιτική χωρίς αρχές, Απόλαυση χωρίς συναίσθημα, Εμπόριο χωρίς ήθος, Επιστήμη χωρίς ανθρωπιά, Αγάπη χωρίς θυσία.

  • Κανείς δεν μπορεί να με πληγώσει χωρίς τη συγκατάθεσή μου.

  • Τη μέρα που η δύναμη της αγάπης θα υπερνικήσει την αγάπη της δύναμης, ο κόσμος θα γνωρίσει την ειρήνη.
  • πηγη.isagiastriados

Εκκλησία για όλους

Εκκλησία για όλους


Εκκλησία για όλους
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
          Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος που συγκεντρώνει όλο το ενδιαφέρον της ύπαρξής του στο να ικανοποιήσει την ανάγκη του για «τον επιούσιον άρτον», δεν μπορεί να αντιληφθεί την άλλη ανάγκη του ανθρώπου για ικανοποίηση της υπαρξιακής του αγωνίας, για νόημα ζωής. Όπως και δεν μπορεί να καταλάβει την πνευματική δίψα και πείνα για θέα Θεού.
          Η Εκκλησία, ως Μάνα που γνωρίζει τα παιδιά της, δίνει στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του: στον πεινασμένο θα δώσει φαΐ, στον ταλαιπωρημένο ανάπαυση, στον αγχωμένο ειρήνη, στον προβληματισμένο για νόημα ζωής «οδόν σωτηρίας». Αν ο καθένας βλέπει τη δική του ατομική ανάγκη, η Εκκλησία βλέπει τις ανάγκες όλων και προσφέρει σε όλους αυτό που χρειάζονται, όχι ως «κοινωνικό παντοπωλείο» ούτε ως γραφείο κοινωνικών υπηρεσιών αλλά ως Εκκλησία Χριστού.
          Όταν θεολογεί, μιλά για τον άνθρωπο, όταν προβάλλει μια γιορτή της, το κάνει για μας. Όπως κι όταν κάνει κοινωνικό έργο το κάνει για το Θεό, όταν διακονεί τον άνθρωπο διακονεί το Θεό.
          Ποιός, αλήθεια, μπορεί να δώσει τον ορισμό της Εκκλησίας και να μην αισθανθεί ότι την περιορίζει, αφού κάθε ορισμός είναι περιορισμός;
Ποιός μπορεί να καταλάβει την Εκκλησία, αν δεν ζήσει απλά και ταπεινά τις ακολουθίες της, τις νηστείες της, τη ζωή της;
Ποιός μπορεί να απολαύσει τις χαρές της, αν δεν συμμετέχει στις γιορτές της;
Δεν είναι η Εκκλησία «εκτός τόπου και χρόνου», για όσους ζουν μέσα σ’ αυτή και κατανοούν τα μυστικά της. Δεν «ζει στον κόσμο της», για όσους συμπορεύονται και βλέπουν με αγωνία και τον αγώνα της για τον πεινασμένο, τον ταλαιπωρημένο, τον προβληματισμένο σύγχρονο άνθρωπο.
Βέβαια, την Εκκλησία αποτελούν, εκτός από την Αγία Τριάδα, τους Αγίους και τους Αγγέλους που δεν φαίνονται, και άνθρωποι ατελείς, αμαρτωλοί, μετανοούντες. Γι’ αυτό παρατηρούνται και τα λάθη, οι αναπηρίες, οι αμαρτίες. Ωστόσο, η συνάντησή μας με ανθρώπους που, παρ’ όλες τις δυσκολίες του εαυτού τους, έχουν ειλικρίνεια, είναι ο εαυτός τους, θέλουν και αγωνίζονται να ζήσουν το Ευαγγέλιο, μας αποκαλύπτει την ομορφιά της Εκκλησίας. Τότε  κατανοούμε επίσης ότι η ταύτιση της μόνο με τους ανθρώπους που ζουν ακόμα σ’ αυτό τον κόσμο, χωρίς και αυτούς που θριάμβευσαν στον αγώνα τους και υπάρχουν «εν ετέρα μορφή», την κατεβάζει σε σωματείο ή κράτος που δεν υπερβαίνει το θάνατο.
Όλα αυτά τα θεϊκά και τ’ ανθρώπινα, που είναι ωραία, τα βιώνει κανείς όταν εισέλθει με το βάφτισμα στη ζωή της Εκκλησίας κι όταν με το βάπτισμα των δακρύων, με τη μετάνοια, συνειδητοποιήσει την κλήση για να είναι και να ζει ως παιδί του Θεού και να μπορεί να Τον λέει «πατέρα!».
πηγη.isagiastriados

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής των Αγίων Πάντων

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής των Αγίων Πάντων, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά


Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής των Αγίων Πάντων, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
(Ματθ. 10, 32-33, 37-38 καί 19, 27-30)
ΜΙΜΕΙΣΘΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
1. Τίποτε πάνω ἀπό τόν Χριστό

Ἑορτάζομε σήμερα τήν μεγάλη ἑορτή τῆς μνήμης τῶν ἁγίων Πάντων.
Ἀκούσαμε τόν ἀπόστολο πού μᾶς ἔλεγε: «Ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστοφῆς, μιμεῖσθε τήν πίστιν». Ἔχομε γύρω μας ἕνα μεγάλο νέφος. Σύννεφο ὁλόκληρο ἀπό ἁγίους. Ἔχομε ὑποχρέωση, ξέροντας ὅτι οἱ ἅγιοι ἐπέτυχαν καί εἶναι γιά πάντα κοντά στό Χριστό, στή βασιλεία του, νά μελετᾶμε τούς βίους τους, τί ἔκαναν, τί ἐσκέπτονταν, τί καρδιά διαμόρφωσαν καί νά τούς μιμούμεθα. Νά μιμούμεθα τά ἔργα τους, τίς σκέψεις τους τά συναισθήματά τους. Γιά νά ἁγιάζομε καί ἐμεῖς τόν ἑαυτό μας. Καί ὅταν φύγομε ἀπό τή ζωή αὐτή, νά φύγομε μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά πᾶμε κοντά στό Χριστό καί ὄχι στήν ἀπώλεια.
   Στό Εὐαγγέλιο ὁ Χριστός μᾶς ἔλεγε μέ κάποια αὐστηρότητα, «ἄν δέν ἀφήσει κανένας τόν πατέρα του καί τήν μητέρα του γιά χάρη μου, δέν εἶναι ἄξιος νά ρθεῖ κοντά μου. Ἄν δέν ἀφήσει τά παιδιά του καί τούς ἀδελφούς του, καί τά χωράφια του, δέν εἶναι ἄξιος νά ρθεῖ κοντά μου».  Βέβαια, δέν μᾶς ἀρέσει τόσο πολύ νά ἀκοῦμε τά λόγια αὐτά. Ἀλλά ὁ Χριστός δέν ἐννοεῖ ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νά… δείρομε τόν πατέρα μας, νά «μουτζώνουμε» τόν πατέρα μας, νά ἐγαταλείψομε τήν γυναίκα μας καί τά παιδιά μας καί τά χωράφια μας.
Ἐννοεῖ ὅτι δέν πρέπει ποτέ, νά ἔχομε πάνω ἀπό τόν Χριστό, πάνω ἀπό τόν Θεό, πάνω ἀπό τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τόν πατέρα μας, ὅσο ἱερό πρόσωπο καί ἄν εἶναι. Ἤ τήν μητέρα μας, ὅσο καί ἄν τήν ἀγαπᾶμε. Ἤ τά παιδιά μας, ὅσο καί ἄν ἔχομε χρέος νά θυσιαστοῦμε γιά χάρη τους. Ἤ τά χωράφια μας πού μᾶς δίνουν τό βιοπορισμό μας, ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο ἀγαθό, πάνω ἀπό τόν Χριστό.
2. Νήπια ὁδηγοί
   Διαβάζομε στούς βίους τῶν ἁγίων: Μία φορά ἔπιασαν μία γυναίκα καί τήν πῆγαν, τότε πού διώκονταν οἱ χριστιανοί, στό δικαστήριο. Κρατοῦσε στήν ἀγκαλιά της ἕνα παιδάκι μικρό.
Τῆς λέει ὁ δικαστής:
   -Λυπήσου τό παιδί σου. Δέν τό ξέρεις ὅτι ἅμα ἐσύ ὁμολογήσεις Χριστόν θά σέ σφάξουν; Ποῦ θά μείνει αὐτό τό παιδάκι; Λυπήσου τό παιδί σου.
   Ἀπάντησε ἡ ἁγία γυναίκα ἐκείνη:
   -Θεόν ἔχει. Θεόν ἔχει. Ἔχει Πατέρα τόν Θεό καί προστάτη τόν Θεό. Ἐγώ τί θά τοῦ κάνω;
   Καί ὁμολόγησε καί διακήρυξε ὅτι πιστεύει στό Χριστό. Καί τήν ἔσφαξαν.
   Ἄλλη περίπτωση: Μία μητέρα μάθαινε ἀπό μικρό τό παιδάκι της, νά κάνει τό Σταυρό του. Καί νά λέει τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας μας. Ἡ ἁγία Ἀγαθονίκη. Τήν πηγαίνουν στό δικαστήριο καί ρωτᾶ ὁ δικαστής τό παιδάκι στήν ἀγκαλιά τῆς μητέρας του:
   -Πέσε μου ἐσύ παιδί μου, ποιόν ἔχομε Θεό; Ποιός εἶναι ὁ Θεός; Ποιόν πρέπει νά προσκυνᾶμε παιδάκι μου γιά Θεό;
   Καί ἀπαντάει τό νήπιο πού βύζαινε ἀκόμη:
   -Τόν Χριστό. Τόν Χριστό.
   Γίνανε θηρία οἱ εἰδωλολάτρες, οἱ διῶκτες τοῦ Χριστοῦ. Καί ἄρχισαν νά ταλαιπωροῦν τό μικρό παιδάκι, γιά νά τούς εἰπεῖ κάτι ἄλλο. Καί ἀπάντησε πάλι τό παιδί διδαγμένο ἀπό τήν μητέρα του:
   -Τόν Χριστό.
   -Ποιόν πρέπει νά σεβόμαστε Θεό;
   -Τόν Χριστό. Τόν Χριστό.
   Διαβάζομε στό βίο τοῦ ἁγίου Γεωργίου, πόσα ὑπέφερε γιά τόν Χριστό· μαρτύρια. Διαβάζομε στό βίο τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου· ἀπό δεκαοχτώ χρονῶν, μέχρι ἑκατόν πέντε χρονῶν, πῆγε εἰς τήν ἔρημο γιά νά ζήσει κοντά στό Χριστό, ἀπερίσπαστος ἀπό κάθε ἄλλη μέριμνα.
   Διαβάζομε πόσα ὑπέφερε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, πόσα ὑπέφερε ὁ ἀπόστολος Πέτρος, τί ἔκανε ὁ Πρόδρομος καί τί ἔκανε ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος. Εἶναι φυσικό νά ζηλεύομε ἀπό μιά μεριά καί νά φοβόμαστε ἀπό τήν ἄλλη. Γι' αὐτό καί τούς ἐπικαλούμεθα στίς προσευχές μας καί λέμε: «Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πρεσβεύετε καί γιά μᾶς, νά μᾶς δυναμώνει ὁ Θεός καί νά μᾶς φωτίζει, γιατί βλέπομε τόν ἑαυτό μας μικρό καί ἀδύναμο».
   Ὁ Χριστός ἀναδεικνύει κάθε ἐποχή καί δούλους του καί ἁγίους.
   Τούς ἀναδεικνύει ὁ Χριστός· καί γίνονται μέ τό ἡρωικό τους φρόνημα τῆς πίστεως.
3. Δέν λυπήθηκαν τή ζωή τους
   Ἄς ποῦμε τώρα μία νεότερη ἱστορία.
Βρισκόμαστε στό 1943. Οἱ Γερμανοί ἕτοιμοι νά πυροβολήσουν μία ὁμάδα ἀνθρώπων γιά ἀντίποινα. Ὅλοι εἶναι νέοι. Ἀνάμεσά τους ἕνας κλαίει μέ σπαραγμό. Καί φωνάζει: «Παιδάκια μου, παιδάκια μου. Ποῦ θά μείνετε;» Δίπλα στεκόταν ἕνας παπάς. Πάει καί λέει στόν ἀξιωματικό τῶν Γερμανῶν: «Μπορῶ νά πάρω ἐγώ τί θέση αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου;» Ὁ ἀξιωματικός, πού ἔβλεπε τά κλάματα τοῦ νέου ἐκείνου πατέρα, λέει: «Ναί, ἅμα θέλεις…». Γι' αὐτόν δέν ὑπῆρχε θέμα. Εἶχε δοθεῖ ἐντολή τόσοι νά τουφεκιστοῦν, γιατί θυμᾶστε οἱ παληότεροι τί γινόταν τότε. Ἔρριξε κάποιος μιά ντουφεκιά, καί ἔλεγαν: «Θά ἐκτελεστοῦν εἴκοσι, τριάντα». Ἐκεῖνοι πού πέσανε μπροστά τους. Δέν χρειάζονταν περισσότερους.
   Πῆγε ὁ παπάς ἀντί γιά τό νέο, ἔκανε τό Σταυρό του, ἦρθε ἡ ντουφεκιά καί τόν σκότωσαν. Γιατί σκοτώθηκε; Γιατί ἀγάπησε τόν πονεμένο ἄνθρωπο περισσότερο ἀπό τόν ἑαυτό του. Τί ἔκανε μέ τήν πράξη του αὐτή; Ἔδειξε ὅτι ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον εἶναι ἀνώτερη, πρέπει νά εἶναι πάνω ἀπό τή ζωή μας.
Ποιός μᾶς δίδαξε τί εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον; Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Πῶς μᾶς τήν ἐδίδαξε; Μέ ὅλα τά καλά πού εἶπε. Μέ ὅλα τά καλά πού ἔκανε. Καί προπαντός μέ τό νά σταυρωθεῖ γιά μᾶς. Πέθανε ἀπό ἀγάπη γιά μᾶς, ἐπάνω στό Σταυρό. Καί εἶπε: «Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδείς ἔχει». Μεγαλύτερη ἀγάπη δέν μπορεῖ νά δείξει κανείς, ἀπό τό νά πεθάνει γιά κάποιον ἄλλον.
   «Αὐτό πού ἔκαμα ἐγώ καί σεῖς πρέπει νά θέλετε νά τό κάνετε», εἶπε ὁ Χριστός. Καί ὁ μακάριος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ὁ παπάς, ἔχοντας γνώση τοῦ τί σημαίνει θέλημα Θεοῦ, ἀντικατάστησε τόν πονεμένο καί τόν χρήσιμο, κατά τήν γνώμη του τοὐλάχιστον, μέ τόν ἑαυτό του.
   Στεκόμαστε μέ σεβασμό καί μέ εὐλάβεια μπροστά στήν πράξη τοῦ ἁγίου ἐκείνου ἀνθρώπου, πού κληρονόμησε τήν αἰώνια ζωή καί Βασιλεία. Ἀλλά στεκόμαστε ἀκόμη μέ εὐλάβεια καί ἀπέναντι σέ ἀπό χίλιους-δυό ἄλλους ἀνώνυμους ἀνθρώπους, πού τήρησαν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
4. Ὁ νεαρός ραφτάκος
   Ἄλλο παράδειγμα. Ἦταν ἕνας νεαρός στήν Κωνσταντινούπολη τό 1630 περίπου, ράφτης. Ἔραβε πάρα πολύ ὡραῖα, κοστούμια καί φορέματα. Καί πήγαιναν οἱ Τοῦρκοι καί οἱ Τούρκισσες νά ραφτοῦν. Ἀλλά αὐτός ἦταν δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Δούκας τό ὄνομά του. Πῆγε καί μία Τουρκάλα ἀρχόντισσα. Καί βλέποντας τό παιδί, ὀμορφόπαιδο, τό ἐρωτεύτηκε καί τὄβαλε πεῖσμα της, νά τό πάρει. Ἐκεῖνος δέν δεχόταν. «Ἐγώ δέν μαγαρίζω τόν ἑαυτό μου μέ Τουρκάλα, δέν μαγαρίζω μέ ἀπάτες» ἔλεγε.
   Τοῦ εἶπε ὅτι δέν τήν ἐνδιαφέρει νά γίνει γάμος.  Τῆς ἀρκοῦσε «ἡ φιλία του». Ἀλλά ὁ νεαρός ἄν τόν γάμο δέν δεχόταν, δέν δεχόταν πολύ περισσότερο τήν πορνεία.
Καί τί κάνει ἡ Τουρκάλα; Τόν κατηγορεῖ καί τόν κλείνουν στή φυλακή. Καί ἀρχίζουν τά βασανιστήρια. Πηγαίνει καί τοῦ λέει:
   -Τί προτιμᾶς, ἀπό τά δύο; Βασανιστήρια, ἤ νά ρθεῖς μαζί μου;
Ὁ νεαρός βασανίζεται ἕνα ὁλόκληρο μήνα, καί δέν ὑποχωρεῖ νά προτιμήσει τήν ἡδονή ἀπό τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Τέλος τόν σκότωσαν μέ μαρτυρικό θάνατο.
Γι’ αὐτούς τούς μάρτυρες λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τήν πίστιν».
5. Εἶσαι εὐεργέτης μου
   Ἦταν ἕνας ἄλλος ἅγιος, εἶχε τό σπιτάκι του καί τά μικρά πραγματάκια του, φτωχαδάκι ἦταν. Καί πήγαινε ἕνας «ἔξυπνος» κάθε τόσο, ἔμπαινε στό σπίτι του καί τοῦ ἀφαιροῦσε ὅ,τι  εὕρισκε μπροστά του. Εἶναι γραμμένη αὐτή ἡ ἱστορία στό Γεροντικό. Εἶναι βέβαια τῆς Ἐκκλησίας μας. Κάποια φορά, προχώρησε, ὅλο καί προχωροῦσε ἡ κατάσταση, ἀρρώστησε καί κινδύνευε νά πεθάνει ὁ φτωχός ἄνθρωπος.
Τότε, θυμήθηκε ὁ κλέφτης ὅτι εἶναι ἔνοχος ἀπέναντί του, καί πῆγε νά τοῦ ζητήσει συγγνώμην. Ὅταν λοιπόν ἐμφανίστηκε μπροστά στόν ἑτοιμοθάνατο γέροντα, τοῦ ἅρπαξε τό χέρι καί τοῦ τό φίλησε. Τοῦ κλέφτη τό χέρι ἅρπαξε καί φίλησε ὁ γέροντας. Ὄχι ὁ κλέφτης τοῦ ἀδικημένου. Ὁ καλός ἄνθρωπος φίλησε τό χέρι τοῦ κλέφτη.
   -Γιατί μοῦ φιλᾶς τό χέρι; Ρώτησε ὁ κλέφτης.
   -Φιλάω τό χέρι σου, πού θά μέ πάει στόν Παράδεισο, ἀπάντησε.
   -Γιατί;
   Γιατί ἐνῶ τόν ἔκλεβε, ἐκεῖνος δέν καταριόταν. Δέν ἔβριζε. Δέν τοῦ εἶπε τίποτε κακό. Ἀλλά προσευχόταν καί ἔλεγε: «Συχώρεσέ με Θεέ μου καί ἐμένα, συχώρεσε καί αὐτόν τόν ἄνθρωπο, πού μέ ἀδικεῖ». Καί εἶπε: «Ἔμαθα νά ἔχω ὅλο τό διάστημα αὐτό ἀνεξικακία καί ὑπομονή».
Τί μεγάλο πράγμα εἶναι νά μαθαίνομε νά ἔχομε ἀνεξικακία καί ὑπομονή. Ὄχι ἐκδικητικότητα, ἀλλά ἀγάπη.
Αὐτό ποῦ θά τό μάθομε ἄν δέν κοιτάζομε στούς βίους τῶν ἁγίων;
6. Τό κατάλαβαν μά ἦταν πολύ ἀργά
   Μία παλαιότερη ἐποχή ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος πολύ. Καί γλεντζές μεγάλος. Ὅτι περισσότερο μποροῦσε τό ἔκανε, γιά νά εὐχαριστηθεῖ. Ἀλλά ἦρθε καί γι' αὐτόν ἡ ὥρα νά πεθάνει. Τότε ἔκανε μιά στροφή στό παρελθόν. Ἐξέτασε τή ζωή του. Καί τί βρῆκε λέτε; Ἀέρα κοπανιτό. Κενό, μηδέν. «Τί ἔκανα; Τί κέρδισα; Χόρτασα;» σκέφτηκε.
Ποιός χόρτασε ἀπό φαΐ;
Ποιός χόρτασε ἀπό κρασί;
Ποιός χόρτασε ἀπό ὁποιαδήποτε ἡδονή;
Ὅλα ἰσχύουν γιά τήν στιγμή πού τρῶς καί γιά τή στιγμή πού πίνεις. Μετά ἀπό λίγο, εἴτε ἔγινε εἴτε δέν ἔγινε εἶναι τό ἴδιο.
   Καί εἶπε ὁ πλούσιος: «Γράψετε ἐπάνω στόν τάφο μου: Ἐνθάδε κεῖται ἕνας ἠλίθιος. Ἐδῶ σ’ αὐτό τόν τάφο, εἶναι ἕνας ἠλίθιος. Πού πέρασε ὁλόκληρη τή ζωή του, χωρίς νά καταλάβει γιατί ἦρθε στόν κόσμο. Τί ἔπρεπε νά κάνει. Τί ἔπρεπε νά ἐπιξιώξει. Τί ἔπρεπε νά σκέπτεται».
Ἐρώτημα:
   -Δέν ἦταν πραγματικά ἠλίθιος ὁ ἄνθρωπος αὐτός; Πέρασε τή ζωή του ἄδικα. Χαμένη. Γιά πάντα χαμένη. Ποῦ νά συγκριθεῖ μέ τόν ἅγιο Ἀντώνιο; Ποῦ νά συγκριθεῖ μέ τόν ἅγιο Γεώργιο; Ποῦ νά συγκριθεῖ μέ τούς ἄλλους ἁγίους πού προτίμησαν καί νά χάσουν τά πάντα γιά τόν Χριστό καί γιά τήν ψυχή τους.
Ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα  πρόσωπα τῆς παγκόσμιας ἱστορίας, ἦταν ὁ Ὀλμπέρ . Ὑπουργός τῶν οἰκονομικῶν τοῦ βασιλιά τῆς Γαλλίας, Λουδοβίκου τοῦ ΙΔ΄. Πού ἦταν ὁ μεγαλύτερος βασιλιάς τῆς Εὐρώπης στήν ἐποχή του. Γιά νά στηρίζεται ὁ βασιλιάς καί νά μπορεῖ νά κάνει τά μεγαλεῖα του, καί τούς πολέμους του, ὁ ὑπουργός τῶν Οἰκονομικῶν κάθε μέρα ἔστιβε τό κεφάλι του, πενήντα χρόνια βασίλευσε ἐκεῖνος ὁ βασιλιάς, γιά νά βρίσκει τά μέσα τά οἰκονομικά μέσα νά μπορεῖ νά κάνει ἐκεῖνα πού ἤθελε.
Πόσο κουράστηκε, πόσο στενοχωρήθηκε, πόσο ὑπέφερε; Μόνο ἐκεῖνος τό ξέρει.
Καί ὅταν πέθαινε, εἶπε τά ἑξῆς λόγια. Εἶναι γραμμένα. Εἶναι ἱστορία ἀληθινή: «Ταλαίπωρη ψυχή μου, ταλαίπωρη ψυχή μου. Ἄν ἔκανες τά μισά γιά τόν Θεό, ἀπ' ὅσα ἔκανες γι’αὐτόν τόν παλιάνθρωπο, θά εἶχες ἐξασφαλίσει ὄχι μιά φορά, ἀλλά δέκα φορές τή σωτηρία σου». Ἄν ἔκανες τά μισά, ἀπ' ὅσα ἔκανες γι' αὐτόν, ἕναν παλιάνθρωπο. Ἄν τά ἔκανες γιά τόν Θεό, δέν θά εἶχε σωθεῖ μιά φορά, ἀλλά δέκα φορές ἡ ψυχή σου.
Τί ὁμολόγησε αὐτός ὁ πανέξυπνος καί σοφότατος, κολοσσός, οἰκονομολογικό κεφάλαιο, γιά ὁλόκληρη τήν παγκόσμια ἱστορία;
Ὅτι ἦταν ἔξυπνος γιά τούς ἄλλους, βλάκας γιά τόν ἑαυτό του.
Ὅταν βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο πανέξυπνο, ἀητονύχη, μή φαντάζεσθε ὅτι εἶναι πραγματικά ἔξυπνος. Ἔξυπνος εἶναι ἐκεῖνος πού ξέρει καί ξεχωρίζει ποία εἶναι οὐσία, μόνιμο, σταθερό, πραγματικά ὠφέλιμο καί ποιό εἶναι ἡ λεπτομέρεια. Ξέρεις τί εἶναι νά θυσιάζεις τή ζωή σου, τήν προκοπή σου, τό καλό σου, γιά μιά λεπτομέρεια;
Νά πάρομε τώρα ἕνα μικρό παράδειγμα, γιά νά δοῦμε πῶς γίνεται ἡ ἀπώλεια ἀπό μιά «λεπτομέρεια»:
Τοῦ λένε τοῦ παιδιοῦ. «Ξέρεις πόσο ὡραῖα θά εὐχαριστηθεῖς, ἅμα πάρεις ναρκωτικά;» Καί τό παιδάκι νεαρό, δεκαπέντε, δεκαοκτώ, εἴκοσι χρονῶν, ρωτάει:
-Ἀμάν, τόσο ὡραῖα θά αἰσθανθῶ;
-Δέν μπορεῖς νά τό φαντασθεῖς, τί ὡραῖα θά αἰσθανθεῖς. Ποτέ καί μέ τίποτε δέν αἰσθάνεσαι τόσο ὡραῖα.
Τό παίρνει τό ναρκωτικό, καί ἀπό κεῖ καί πέρα τοῦ ἀρέσει, καί «ἄντε λίγο ἀκόμη». Καί μετά;
Δέν χρειάζεται νά ποῦμε «τό μετά». Ὅποιος εἶχε τήν ἀτυχία κάποιο παιδί του νά πάρει τέτοια πράγματα, κλαίει γιά ὅλη του τή ζωή καί πονάει. Καί τό ἴδιο τό παιδί καταλαβαίνει ὅτι χάθηκε καί κατεστράφη. Γιατί; Γιατί προτίμησε τήν «λεπτομέρεια», ἀπό τήν οὐσία. Τό προσωρινό ἀπό τό μόνιμο.
7. Προσανατολίσου σωστά
Οἱ ἅγιοι Πατέρες καί ὁ Χριστός τό φῶς τοῦ κόσμου, μᾶς διδάσκουν νά εἴμαστε πραγματικά ἔξυπνοι καί νά προτιμᾶμε τά μόνιμα καί τά αἰώνια. Ὄχι τό σῶμα, ἀλλά τήν ψυχή. Ὄχι τή γῆ, ἀλλά τόν οὐρανό. Γι' αὐτό μᾶς λένε ἐπιγραμματικά:
«Στρέφετε τό νοῦ σας στούς ἁγίους, βλέπετε τί κάνανε. Πῶς σκέπτονταν. Τί συναισθήματα καλλιεργοῦσαν στήν ψυχή τους καί μιμεῖσθε τους. Γιατί αὐτή εἶναι ἡ ἐπιτυχημένη ζωή. Καί ἡ ἐπιτυχημένη ζωή, ὁδηγεῖ στή μόνιμη ἐπιτυχία, πού εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ζωή κοντά στό Χριστό, στόν Παράδεισο».
Νά δώσει ὁ Θεός νά εἶναι γιά μᾶς ὁδηγητικά τά καλά παραδείγματα τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν πάνω στή γῆ καί τῶν ἁγίων πού εἶναι στόν οὐρανό. Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,
 πηγη.zoiforos