Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Α΄ Κυριακής του Λουκά,

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Α΄ Κυριακής του Λουκά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά


Ομιλία στο ευαγγέλιο της Α΄ Κυριακής του Λουκά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά
Η ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ
(Λουκ. 5, 1-11)
Τό σπουργιτάκι πού σταμάτησε τό γλέντι

            Ὅταν εἶχαν πάει γιά πρώτη φορά ἀπεσταλμένοι κληρικοί τῶν ἁγίων ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, γιά νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο στήν Ἀγγλία, οἱ Ἄγγλοι ἡγεμόνες, εἶχαν ἕνα μεγάλο νυχτερινό γλέντι. Καί φυσικά ἐπειδή οἱ ἀπεσταλμένοι ἦταν ἐπίσημοι, τούς κάλεσαν νά... γλεντήσουν μαζί τους.
            Οἱ Ἄγγλοι ἄρχοντες ἐνῶ ἔτρωγαν, ἔπιναν, τραγουδοῦσαν καί χόρευαν, ἔβλεπαν δίπλα τους τούς ἀπεσταλμένους κληρικούς-ἱεραποστόλους καί σκέπτονταν: «Καί τί θά μᾶς ποῦν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι; Τάχα ἐμεῖς δέν ἔχομε μέχρι τώρα κάποια θρησκεία; Πού τήν ἀκολουθεῖ ὁ καθένας ὅσο καί ὅπως θέλει. Τί περισσότερο θά μᾶς ποῦν»;
            Γιά μιά στιγμή, ἐνῶ ἦταν σκοτάδι, καί τήν μεγάλη αἴθουσα πού διασκέδαζαν τήν φώτιζαν μερικά κεράκια, μπῆκε ἀπό τό παράθυρο, ἕνα πουλάκι. Τό ὁποῖο, πέταξε δεξιά, ἀριστερά, στριφογύρισε καί προκάλεσε τά μάτια ὅλων νά τό κοιτάζουν. Τελικά, ξαναβρῆκε τό παράθυρο καί χάθηκε μέσα στή νύχτα.
            Τότε εἶπε ἕνας ἡγεμόνας:
            -Μήπως ἡ ζωή μας στόν κόσμο αὐτό μοιάζει μέ τό πέταγμα αὐτοῦ τοῦ πουλιοῦ; Ἔτσι καί ἐμεῖς μπαίνομε μέσα σέ ἕνα χῶρο φτερουγᾶμε γιά λίγο -ὅσο ζοῦμε- βλέπομε ὡρισμένα πράγματα, εὐφραινόμαστε ἤ λυπόμαστε καί πενθοῦμε, καί στό τέλος ξαναφεύγομε ἀπό ἕνα ἄλλο παράθυρο. Ἔτσι δέν εἶναι καί ἡ ζωή μας; Καί μετά ποιός ξέρει τί γίνεται καί ποῦ πᾶμε; Μήπως οἱ ἄνθρωποι αὐτοί πού ἦλθαν, ἔχουν νά μᾶς ποῦν κάτι περισσότερο ἀπό ἐκεῖνο πού μέχρι τώρα ξέρομε;
            Τά λόγια αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐνέργησαν θετικά.
            Οἱ Ἄγγλοι ἄρχοντες ἄφησαν τό φαγοπότι καί τό χορό καί τέντωσαν τό ἀφτιά τους νά ἀκούσουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ γιά τόν ὁποῖο ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶπε στόν Τιμόθεο:
            -Ἔχεις ἕνα προνόμιο, Τιμόθεε. «Οἶδας ἀπό βρέφους τά ἱερά γράμματα». Ἀπό μικρό παιδάκι ἔμαθες νά πιστεύεις, νά ἀγαπᾶς τόν Χριστό, νά ἀκοῦς τόν λόγο του.
            Ποιόν λόγο του; Ἕνα λόγο πού μπορεῖ νά σέ σοφίσει. Νά σέ κάνει σοφό. Δηλαδή, συνετό, μυαλωμένο, ἔξυπνο, σέ ὅλες τίς ἐνέργειές σου. «Οἶδας τά λόγια τοῦ Θεοῦ τά δυνάμενα σοφίσαι σέ».
            Γιατί σκοπό; Εἰς σωτηρίαν. Καί τί σωτηρίαν; Ὄχι νά σωθεῖς ἀπό κάτι μικρό καί τιποτένιο πού σέ ἀπειλεῖ στή ζωή αὐτή. Νά μή σέ δαγκάσει ἐπί παραδείγματι τό σκυλί ἤ νά μήν παραπατήσεις στό δρόμο.
            Ἀλλά «τά δυνάμενά σέ σοφίσαι εἰς σωτηρίαν τήν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Καί νά βρεθεῖς κοντά στό σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό στήν αἰώνια ζωή. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη σοφία, αὐτό εἶναι τό φῶς. Αὐτό εἶναι τό κήρυγμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό ἔτρεξαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί γύρισαν ὅλο τόν κόσμο. Γι’ αὐτό μαρτύρησαν οἱ ἅγιοι μάρτυρες.
Οἱ μεγάλοι ψαράδες
            Μᾶς εἶπε τό Εὐαγγέλιο ὅτι κάποια μέρα, ὅταν πρωτοβγῆκε στό κήρυγμα ὁ Χριστός, κατέβηκε στήν παραλία. Ἐκεῖ βρῆκε μερικούς ψαράδες μέσα στό καραβάκι τους, νά κοπιάζουν. Τούς λέει:
            -Τί κάνετε ἐκεῖ;
            -Τίποτε δέν κάναμε. Ὅλη τήν νύχτα εἴχαμε ἁπλωμένα τά δίχτυα μά οὔτε ἕνα ψαράκι δέν πιάσαμε. Τίποτε ἀπολύτως.
            Τούς εἶπε ὁ Χριστός:
            -Μπεῖτε πάλι στή θάλασσα. Ξαναρίχτε τό δίχτυ.
            -Τέτοια ὥρα; Τοῦ λένε. Τήν νύχτα δέν πιάσαμε. Μεσημεριάτικα θά πιάσομε ψάρια; Ἀλλά, «ἐπί τῷ ρήματί σου», μιά καί τό λές, εἶπε ὁ ἀπόστολος Πέτρος στόν Χριστό, θά τό ξαναρίξω τό δίχτυ. Καί τό ἔριξε.
            Καί μέ τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ ἔπιασε τόσα ψάρια, πού δέν τά χωροῦσε τό καράβι. Φώναξαν καί ἄλλους ψαράδες νά βοηθήσουν καί γέμισαν δυό καράβια μέ τά ψάρια. Πού τά ἔπιασαν μέ τήν εὐλογία καί τό θέλημα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
            Τότε συγκινημένος ὁ ἀπόστολος ὁ Πέτρος ἤ ἀκριβέστερα ὁ Πέτρος ἁπλά, ἀφοῦ δέν εἶχε γίνει ἀκόμη ἀπόστολος λέει στόν Χριστό:
            -Σέ παρακαλῶ, Κύριε, φῦγε ἀπό τό καράβι μου, ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλός. Τί δουλειά ἔχεις ἐσύ κοντά μου, πού εἶσαι ἅγιος; Φῦγε νά μή μολύνεσαι μέ μένα. Κατέβα ἀπό τό καράβι μου.
            Ἀλλά ἀντί ὁ Χριστός νά τοῦ ἀπαντήσει «σ’ εὐχαριστῶ γιά τήν ὑπόδειξη», γιατί πραγματικά, τί δουλειά μπορεῖ νά ἔχει ὁ ἅγιος μέ τούς ἁμαρτωλούς, τοῦ ἀπάντησε:
            -«Μή φοβᾶσαι. Ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν».
            Τί ἤθελε νά τοῦ πεῖ;
            Μέχρι ἐκείνη τήν στιγμή ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔψαχνε τήν θάλασσα γιά νά πιάσει ψάρια. Τί νά τά κάνει; Νά τά βάλει στό τηγάνι καί στό τσουκάλι.
            Ἐρώτημα: Γιά τό καλό τους τά ἔπιανε;
            Ἀπάντηση: Γιά θάνατο. Γιά τήν καταστροφή τους, γιά τήν ἀπώλειά τους. Λέει τώρα ὁ Χριστός στόν ἀπόστολο Πέτρο:
            -Μή φοβοῦ. Ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔση ζωγρῶν.
            Θά ἔπρεπε αὐτοστιγμεί νά σκεφτεῖ: «Χριστέ μου, τούς ἀνθρώπους θά τούς πιάνομε, γιά νά τούς ἐξοντώσομε; Μά εἶναι καλό αὐτό;
            Ἀλλά δέν τό εἶπε. Δέν τό σκέφθηκε κἄν. Καί μόνο ἀπό τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, κατάλαβε ὅτι ὁ Κύριος θέλει νά πιάσει τούς ἀνθρώπους στό δίχτυ του, ὄχι γιά τό τηγάνι, οὔτε γιά τά καζάνια τῆς αἰώνιας κόλασης, ἀλλά γιά τήν αἰώνια ζωή.
            Καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἄφησε τό καράβι του καί ἀκολούθησε τόν Χριστό. Καί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα, τί ἔμαθε κοντά στόν Χριστό;
            Ἔμαθε ὅτι ὑπάρχει ἁγιωσύνη τόση –μιλᾶμε γιά τήν ἁγιωσύνη τοῦ Χριστοῦ- πού δέν μπορεῖ κανείς νά τήν φαντασθεῖ καί νά τήν ὑποψιασθεῖ. Ὅτι ὑπάρχει στόν Χριστό τόση καθαρότητα ἀπό ἁμαρτίες, πού δέν τήν ἔχουν οὔτε οἱ ἄγγελοι, οὔτε ἡ Πανάχραντη Μητέρα του, οὔτε οἱ δοῦλοι του ἐκεῖνοι πού τόν ἀκολούθησαν μέ ὅλη τους τήν καρδιά.
            Καί παράλληλα κατάλαβε ὅτι αὐτός, ὁ Πανάγιος Κύριος πού εἶχε γίνει ἄνθρωπος ἦταν εὐσπλαγχνικός. Πόσο σπλαγχνικός; Τόσο ὥστε νά συγχωρεῖ ληστές, πόρνες, μοιχαλίδες, καί νά τούς καλεῖ ὅλους κοντά του, ὅτι ἁμαρτία καί ἄν εἶχαν κάνει μέχρι τότε. Ὅτι κακό, παράλογο, βδελυρό καί μισητό. Νά τούς καλεῖ εἰς μετάνοιαν καί εἰς σωτηρίαν.
            Καί μέρα μέ τήν ἡμέρα ὁ ἀπόστολος Πέτρος, καί ὅλοι οἱ ἀπόστολοι καταλάβαιναν ὅτι ἐκλήθηκαν νά γίνουν ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, γιά νά μαζέψουν τά ἀδέσποτα τέκνα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν θάλασσα τοῦ συγκεχυμένου αὐτοῦ βίου, στή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι σέ τηγάνι. Οὔτε σέ τσουκάλι. Ἀλλά στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία -ὅπως τό τονίζει ἡ Ἁγία Γραφή- εἶναι Βασιλεία ἀγάπης, καλωσύνης, εἰρήνης καί χαρᾶς.
            Ὅσοι ποθοῦν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μπαίνουν ὅσο μποροῦν πιό συχνά στόν ἅγιο οἶκο τοῦ Κυρίου· στήν Ἐκκλησία. Ἐκεῖ γεύονται ἀπό τώρα τήν γλύκα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καί ἡ καρδιά τους γεμίζει ἀπό τά δῶρα τῆς Βασιλείας του, πού εἶναι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη καί καλωσύνη.
Φρόνημα ἀποστολικό
            Ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας ἦταν ἀδελφός τοῦ ἀποστόλου Πέτρου καί ἦταν μαζί του ὅταν ἔγινε τό θαῦμα πού ἀκούσαμε. Ἔγινε καί αὐτός ἀπόστολος καί ἀκολούθησε τόν Χριστό. Ἦρθε καί κήρυξε τόν Χριστό στήν Ἑλλάδα. Τόν σταύρωσαν στήν Πάτρα.
            Ἐνῶ τόν εἶχαν σταυρωμένο, τούς ἦρθε ἄλλη σκέψη.
            -Γιατί κάνομε τέτοιο ἔγκλημα;
            Τρέχει λοιπόν παρακινούμενος ἀπό τήν γυναίκα του, ἐκεῖνος πού διάταξε νά σταυρωθεῖ καί τοῦ λέει:
            -Ἦρθα νά σέ κατεβάσω ἀπό τόν Σταυρό.
            Ἀπάντησε ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας:
            -Ξεκάρφωσε καλύτερα τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν Σταυρό καί ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Ἄφησέ με ἐμένα.
            Τί ἦταν αὐτά τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα;
            Ἦταν τό ἀγκίστρι πού ἔριχνε γιά νά πιάσει τό ψάρι. Τό τρελλό ψάρι, πού τρέχει μέσα στά βάθη τῆς θάλασσας, γιά νά φύγει μακρυά ἀπό τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί προτίμησε ὁ ἀπόστολος νά εἶναι ὁ ἴδιος στό Σταυρό, στόν φυσικό Σταυρό, πού ἦταν καρφωμένα τά χέρια καί τά πόδια του, γιά νά ξεκαρφώσει τόν ἄλλο ἀπό τόν Σταυρό τῆς ἁμαρτίας.
            Νά τόν βοηθήσει νά ἐλευθερωθεῖ καί νά μπεῖ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί πραγματικά τόν ἔφερε σέ κατάνυξη καί ἐπίστευσε στόν Χριστό.
            Γιατί τό λέμε αὐτό; Γιά νά θυμηθοῦμε, πόσο οἱ ἀπόστολοι τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ: «πηγαίνετε νά πιάσετε ψάρια, νά ψαρέψετε ἀνθρώπους γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», τήν εἶχαν βάλει βαθειά μέσα τους καί τήν ὑπηρετοῦσαν μέ τόση χαρά, μέ τόσο ἐνθουσιασμό, μέ τόση αὐταπάρνηση, ὥστε πρός χάριν της, καταφρονοῦσαν τά πάντα.
            Καί πρός χάριν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἔβλεπαν ὠφέλιμα γιά τόν ἑαυτό τους τά χειρότερα πάθη· χαρά τά ἔβλεπαν. Γιατί;             Γιατί ἤξεραν, τί φοβερό πράγμα εἶναι νά ἀπομακρυνθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Χριστό καί νά χάσει τήν αἰώνια ζωή. «Τί θά ὠφελήσει τόν ἄνθρωπο ἄν κερδίσει τόν κόσμο ὅλον καί ζημιωθεῖ τήν ψυχή αὐτοῦ»;
            Καί οἱ μέν ἴδιοι, μπορεῖ νά εἶχαν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέ τήν πίστη καί μέ τήν ἐκλογή τοῦ Χριστοῦ, «στήν τσέπη τους». Ἀλλά ἔβλεπαν, ὅτι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι δέν τήν εἶχαν· καί ἀγωνιζόντουσταν νά τούς φέρουν στή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ.            Μέ ποιό τρόπο; Καί μέ τά πάθη τους. Πῶς τά θεωροῦσαν τό πάθη αὐτά; Χαρά. Γιατί; Γιατί ὅποιος ἔχει τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μέσα του, ἔχει ἀγάπη μέσα του. Καί ἡ ἀγάπη εἶναι πόνος. Καί ὁ πόνος τοῦ ἄλλου, ὅσο πιό μεγάλος εἶναι, τόσο πιό μεγάλος γίνεται καί γιά κεῖνον πού ξέρει νά ἀγαπᾶ.
            Ὁ μεγαλύτερος πόνος –τό λέει ἡ χριστιανική πίστη μας- εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς αἰώνιας ζωῆς.
            Καί πίστη στόν Χριστό, σημαίνει πίστη στήν αἰώνια ζωή.    «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
Ναί, ὑπάρχει ἕνα ὑπέροχο μήνυμα
            Ὅταν κάνομε μνημόσυνα ἰδιαίτερα νέων ἀνθρώπων ἡ καρδιά μας πονάει. Πονάει γιά τό ἐπίγειο γεγονός. Σκεπτόμαστε τί θά κάνει ἡ γυναίκα πού ἔμεινε μέ τά μικρά παιδιά της καί πονᾶ ἡ ψυχή μας.
            Λέει μιά παροιμία: «Ὁ Θεός, ὀρφανά κάνει. Ἄμοιρα δέν κάνει». Ἄμοιρα δέν ἀφήνει στόν κόσμο, ἀλλά γιά ὅλους φροντίζει. Ὅμως καί πάλι πονάει ἡ καρδιά μας καί δύσκολα λησμονᾶμε τούς κεκοιμημένους μας. Ἀλλά σκεφθήκαμε ποτέ τί πόνος εἶναι ἡ αἰώνια ἀπώλεια γιά τόν ἄνθρωπο;
            Μήπως ζοῦμε καί γλεντᾶμε μέσα στήν αἴθουσα τήν νύχτα μέ τά κεράκια; Καί πετάει τό σπουργιτάκι, πού μπῆκε μέσα καί σέ λίγο βγαίνει ἀπό τό ἄλλο παράθυρο καί ἐξαφανίζεται.
            Μήπως πρέπει νά στίψομε λίγο τό μυαλό μας καί τήν καρδιά μας καί νά ποῦμε τί;
            Μήπως ἔχομε ἀπό τόν οὐρανό κάποιο ἄλλο μήνυμα μεγαλύτερο ἀπό τό ὅτι ἡ ζωή ἀρχίζει μέ τήν γέννηση καί τελειώνει μέ τόν θάνατο;
            Μήπως τό παραπέρα ἀπό τόν τάφο, γιά τό ὁποῖο ἦλθε ὁ Χριστός στόν κόσμο, εἶναι ἄπειρα μεγαλύτερο καί ἄπειρα σπουδαιότερο καί πρέπει νά πονέσομε γι’ αὐτό;
            Γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τούς ἄλλους;
Ἡ προσευχή πού ἀνοίγει τόν Ἅδη
            Αὐτή εἶναι ἡ σοφία.
            Τί εἶπε ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν Τιμόθεο;
            -Ἐσύ Τιμόθεε, βαδίζεις καλά γιατί ἀπό βρέφος διαβάζεις τά ἱερά γράμματα πού μποροῦν νά σέ κάνουν σοφό. Σέ τί σοφό; Στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Στήν αἰώνια σωτηρία. Τί νά τίς κάνεις τίς ἄλλες σοφίες, ὅταν ἁπλῶς σέ κάνουν νά φύγεις ἀπό τήν σοφία τοῦ Θεοῦ, νά βγεῖς ἔξω ἀπό τό παράθυρο γιά νά σέ φάει τό γεράκι. Τί;
            Ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς καί ἰσαπόστολος Θέκλα, εὐργετήθηκε στή ζωή της ἀπό μιά ἄλλη γυναίκα πού λεγόταν Τρύφαινα. Αὐτή εἶχε μιά κόρη πού εἶχε πεθάνει λίγο πρίν. Ἡ Τρύφαινε, βλέποντας τήν Ἁγία Θέκλα νά ἔχει τόση παρρησία στό Θεό, νά πιστεύει τόσο πολύ στό Θεό τῆς εἶπε:
            -Κοπέλλα μου, σέ παρακαλῶ, προσευχήσου, νά ἐλεήσει ὁ Θεός τήν πεθαμένη κόρη μου Φαλκωνίδα. Ἦταν καλή κοπέλλα. Μά δέν γνώρισε ποτέ τόν Χριστό. Δέν ἄκουσε ποτέ τίποτε γιά τόν Χριστό. Ἀλλά ἦταν καλή κοπέλλα. Ἄν ἄκουγε θά πίστευε. Παρακάλεσε τόν Χριστό νά τήν ἐλεήσει καί νά τήν πάρει στή Βασιλεία του.
            Ἡ ἁγία Θέκλα παρακάλεσε τόν Χριστό καί τόν ἀπόστολο Παῦλο νά ἐλεήσουν τήν Φαλκωνίδα. Καί τούς ἐδόθη διαβεβαίωση ἀπό τόν Θεό, ὅτι ὁ Θεός ἐλέησε τήν Φαλκωνίδα, πού εἶχε πεθάνει εἰδωλολάτρισσα, χάρις στίς προσευχές τῆς Ἁγίας Θέκλας.
            Γιατί τό εἴπαμε; Ἔχομε ἀγάπη; Ἔχομε; Γιατί πᾶμε στήν Ἐκκλησία;
            Ἕνας λόγος εἶναι νά προσευχηθοῦμε στόν Θεό ὁ καθένας γιά τόν ἑαυτό του. Ἀλλά καί γιά τούς κεκοιμημένους δούλους του γιά τούς ὁποίους κάνομε τά μνημόσυνα.
Βασιλεία ἀγάπης
            Τί κατάλαβε ὁ ἀπόστολος Πέτρος;
            Ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Βασιλεία ἀγάπης. Καί ὅποιος ἔχει ἀγάπη, δέν ἀφήνει ἔξω ἀπό τήν ἀγάπη του κανένα. Οὔτε ζωντανό. Οὔτε πεθαμένο. Νά προσευχόμαστε πάντοτε γιά τούς κεκοιμημένους.
            Ἀλλά θά μᾶς ἀκούσει καί μᾶς ὁ Θεός ὅπως ἄκουσε τήν ἁγία Θέκλα;
            Ὁ Χριστός εἶναι μακρόθυμος καί πολυέλεος. Φιλάνθρωπος σέ ἀπέραντο βαθμό. Τόσο πού σταυρώθηκε γιά μᾶς καί ἐπάνω στό Σταυρό ἐλέησε ἕνα ἀρχιεγκληματία. Καί παρέλαβε ἀπό τήν γῆ πρός τόν δρόμο γιά τήν ἄνω Βασιλεία σάν συνοδό καί συνοδοιπόρο, τό χειρότερο ἔκτρωμα τῆς γῆς. Τόν ληστή.
            Γιατί; Γιατί αὐτή εἶναι λεία τοῦ Χριστοῦ. Δέν ἦλθε νά σώσει τούς δικαίους, ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς. Ὅσο ἁμαρτωλοί καί νά εἶναι. Ἀρκεῖ νά καταλάβουν καί νά γυρίσουν κοντά του.     Γιατί αὐτός εἶναι ἡ ζωή.
Ἡ τελευταία ἐπιθυμία
            Ἄς ἀκούσομε μιά μικρή ἱστορία πού δείχνει τί σημαίνει πνεῦμα  Χριστοῦ καί ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
            Ἦταν ἕνας μεγάλος πρωθυπουργός, πού λεγόταν Θωμᾶς Μόρ. Ὅταν ἄλλαξαν τήν θρησκεία στήν Ἀγγλία καί ἐγκατέλειψαν τήν Ὀρθοδοξία τόν συνέλαβαν γιά νά τόν ἐκτελέσουν. Πρίν τόν σκοτώσουν, τόν ρώτησαν:
            -Μήπως θέλεις νά μᾶς πεῖς τίποτε; Τήν τελευταία σου ἐπιθυμία;
            Τούς λέει ἐκεῖνος:
            -Ἐδῶ στή γῆ, εἴμαστε ἀντίπαλα στρατόπεδα. Νικήσατε καί μέ ἐκτελεῖτε. Μέ ἐξοντώνετε. Ἐκεῖ στόν οὐρανό δέν ὑπάρχουν μίση, δέν ὑπάρχουν ἐχθρότητες, δέν ὑπάρχουν πάλες. Καί νά τό ξέρετε ἀπό τώρα. Ἐκεῖ θά εἴμαστε ὅλοι ἀγαπημένοι. Ἐκεῖ θά εἴμαστε ὅλοι ἑνωμένοι. Εὔχομαι σέ σᾶς, εὔχομαι καί στόν ἑαυτό μου νά πᾶμε ὅλοι κει πάνω στή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Καί νά εἴμαστε ὅλοι μαζί.
            Αὐτή εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ τήν ὁποία ἔστειλε ὁ Χριστός τόν Πέτρο νά τήν κηρύξει, νά πιάσει τά ψάρια. Ἀπό τό χάος τῆς θάλασσας νά τούς μαζεύσει στή Βασιλεία τοῦ Κυρίου. Τήν αἰώνια, τήν γεμάτη χαρά καί μακαριότητα. Ὅποιος αὐτό τό καταλαβαίνει ἔγινε σοφός· κατά Θεόν σοφός. Καί ἡ σοφία ἡ κατά Θεόν εἶναι ἄπειρα ἀνώτερη ἀπό τήν κοσμική, τήν ὁποιαδήποτε κοσμική σοφία.
            Ἄς παρακαλέσομε τόν Κύριο νά μᾶς φωτίζει ὅλους, νά μᾶς καθοδηγεῖ μέ τήν χάρη καί μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καί μέ τό φῶς καί τό παράδειγμα τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.
            Καί ἄς παρακαλέσομε ἀκόμη νά ἐλεεῖ ἐμᾶς καί νά ἐλεεῖ, νά συγχωρήσει καί νά πάρει κοντά του, στή Βασιλεία του, τούς κεκοιμημένους δούλους του. Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στούς Χαλκιάδες στίς 24/9/00

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2015

Κυριακή Η΄ Ματθαίου – Διχόνοια, του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
  •                           

Ἀδελφοί, «παρακαλῶ διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα» (Α΄  Κορ.  1, 10  )
 Λένε, ἀγαπητοί μου, μερικοὶ στὴν ἐποχή μας, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο πάλιωσε. Ἀλλὰ τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε ἡ ἀλήθεια κ᾽ ἡ ἀλήθεια δὲν παλιώνει.
Εἶνε τὸ φῶς· «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, ὅτι φῶς τὰ προστάγματά σου  ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἠσ. 26,9). Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· «Ὁ οὐρανὸς  καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ  παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Τὴν ἀλήθεια αὐτή, ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶνε αἰώνιος, τὴ βλέπουμε καὶ στὴ σημερινὴ περικοπὴ τοῦ ἀποστόλου. Προσέξατε τί λέει;
Ἀπὸ τότε ποὺ γράφτηκαν αὐτὰ πέρασαν τόσοι αἰῶνες, ἀλλὰ εἶνε σὰν νὰ φωτογραφίζῃ τὴν ἐποχή μας, τὰ ἤθη - τὴ δική μας κατάστασι. Εἶνε δέκα στίχοι ἀπὸ τὴν Πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή. Ὅταν πᾶτε στὸ σπίτι, ἀνοῖξτε καὶδιαβάστε –σᾶς τὸ δίνω σὰν κανόνα–ὄχι μόνο τοὺς δέκα στίχους ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐπιστολή, νὰ δῆτε ἐκεῖ τί διαμάντια ἔχει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τί μεγάλες ἀλήθειες ἀναγκαῖες ὄχι μόνο τότε ἀλλὰ καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας.
Γράφει λοιπὸν ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρὸςτοὺς Κορινθίους. Τί ἦταν ἡ Κόρινθος ; Τώρα εἶνε μία ἐπαρχιακὴ πόλις· τότε ἦταν κέντρο, μία ἀπ᾽ τὶς μεγαλύτερες πόλεις τοῦ ἀρχαίου κόσμου.
Ἐκεῖ ἀγάλματα, μνημεῖα, ναοί, ἀγορά, πλοῦτος. Ἀλλ᾽ ὅπου πλοῦτος, ἐκεῖ καὶ διαφθορά. Οἱ Κορίνθιοι εἶχαν διάφορες κακίες. Ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐλαττώματα ποὺ εἶχαν θὰ σταθῶ σὲ ἕνα. Λὲς καὶ εἶνε ἐλάττωμα ἑλληνικό. Χρόνια - αἰῶνες μᾶς βασανίζει. Ἂν γινόταν νὰ τὸ ξερριζώσουμε, θὰ ἤμασταν τὸ εὐτυχέστερο ἔθνος. Τὸ εἶχαν κ᾽ οἱ Κορίνθιοι, καὶ κινδύνευε νὰ τοὺς διαλύσῃ. Εἶνε ἡ διχόνοια . Ὁ διάβολος ἔρριξε στὶςκαρδιές τους τὸ σπέρμα τῆς διχονοίας.
Καὶ οἱ Κορίνθιοι –ἄσε τοὺς εἰδωλολάτρες, ἐννοῶ οἱ λίγοι Χριστιανοὶ τῆς Κορίνθου  –κόλλησαν ἀπ᾽αὐτὴ τὴν ψώρα κ᾽ ἦταν κι αὐτοὶ χωρισμένοι.
Χωρισμένοι οἱ Χριστιανοί; Πάει ποτὲ στὸ μυαλό; Εἶνε κάτι τὸ ὀξύμωρο, μιὰ ἀντινομία. Χωρισμένοι αὐτοὶ ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστό, ποὺ ἔχουν ἔμβλημα τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰω.13,34· 15,12,17), ποὺ ἀκοῦνε στὴν ἐκκλησία «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν» (θ. Λειτ.); αὐτοὶ ποὺ βγῆκαν ὅλοι ἀπὸ μιὰ κολυμβήθρα,ποὺ κοινωνοῦν ἀπὸ τὸ ἴδιο δισκοπότηρο, ποὺ περιμένουν μία αἰώνια πατρίδα; Αὐτοί, ποὺ θα ᾽πρεπε νά ᾽νε ἑνωμένοι, εἶνε λοιπὸν χωρισμένοι; Μάλιστα. Οἱ Χριστιανοὶ ἐκεῖνοι διαιρέθηκαν.
Ποιά ἡ αἰτία; Τὸ αἰώνιο ἑλληνικὸ φιλότιμο,ἡ αἰωνία νόσος τῆς φυλῆς μας· ἡ τάσις νὰ ὑ-περέχῃ ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, ἡ κενοδοξία, ἡ ὑπερηφάνεια . Μιὰ ὁμάδα ἔλεγε «Ἐμεῖς ἔχουμε ἀρχηγὸ τὸν Πέτρο». Ἄλλη ὁμάδα ἔλεγε «Ἐμεῖς ἀρχηγὸ ἔχουμε τὸν Παῦλο». Ἄλλη ἔλεγε «Ἐμεῖς ἀρχηγὸ ἔχουμε τὸν Ἀπολλώ». Κι ἄλλοι ἔλεγαν«Ἐμεῖς δὲν εἴμαστε οὔτε τοῦ Κηφᾶ οὔτε τοῦ Ἀπολλὼ οὔτε τοῦ Παύλου· εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ», λὲς καὶ ὁ Χριστὸς ἀνήκει σὲ μιὰ μερίδα μόνο.
Ἡ θρησκεία ἀνήκει σὲ ὅλους, ἀγαπητοί μου·εἶνε σὰν τὸν ἥλιο, τὸν ἀέρα, τὸ νερό. Δὲν μπορεῖς νὰ πῇς «Ὁ ἥλιος εἶνε δικός μου», «ὁ ἀέρας εἶνε δικός μου», «τὸ νερὸ εἶνε δικό μου».Μερικὰ πράγματα τὰ δικαιοῦνται ὅλοι. Ἔτσιδὲν μπορεῖς νὰ κάνῃς ἐσὺ μονοπώλιο τὸ Χριστό, τὸν οὐρανό, τὴ θρησκεία. Κάτι τέτοιο γινόταν στὴν Κόρινθο καὶ εἶχαν διαιρεθῆ.
Ὅταν τό ᾽μαθε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἔστειλε τὸ γράμμα αὐτό, ἐπιστολὴ γραμμένη μὲ δάκρυα. Μιλάει σὰν τὴ μάνα, ποὺ ἀγαπάει ὅλα τὰπαιδιά της, καὶ τὸ ἄσχημο καὶ τὸ ἀσθενικὸ καὶ τὸ καθυστερημένο. Ὅπως ἡ μάνα ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν κομματίζεται . Ἀγαπάει ὅλα τὰ παι-διά της, ὅπως ἡ κλῶσσα ποὺ ὅλα τὰ πουλάκιατὰ κρατάει κοντά της. Ἔτσι εἶνε ἡ Ἐκκλησία.Κι ὅπως ἡ μάνα στενοχωριέται ὅταν δῇ τὰ παιδιά της νὰ τσακώνωνται, ἔτσι κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος στενοχωριόταν ποὺ ἔβλεπε τοὺς Χριστιανοὺς νὰ μαλώνουν μεταξύ τους καὶ τοὺς λέει· «Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος  τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ…» (Α΄ Κορ 1,10). Ἐγὼ εἶμ᾽ἀνάξιος, λέει, ἀλλὰ ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ σᾶς παρακαλῶ μὴ φατριάζετε,μὴ κομματίζεσθε· νὰ ἔχετε τὸν ἴδιο νοῦ, τὴν ἴδια γνώμη, νὰ εἶστε ὅλοι ἑνωμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
Πάλιωσε, λένε, τὸ Εὐαγγέλιο! Φύγετε λοιπὸν τώρα ἀπὸ τὴν ἀρχαία Κόρινθο κ᾽ ἐλᾶτε στὴ σημερινὴ Ἑλλάδα ποὺ ζοῦμε ἐμεῖς, καὶ πέστε μου·ὑπάρχει ὁμόνοια; Ὁ ἄγγελος τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς πατρίδος μας κλαίει καὶ θρηνεῖ· δὲν ὑπάρχει ὁμόνοια.
Στὴν Ἀθήνα ὑπάρχει ἡ πλατεῖα Ὁμονοίας. Τὴν ὠνομάσαμε ἔτσι, ἀλλὰ κ᾽ ἐκεῖ τσακωνόμαστε καὶ σπᾶνε κεφάλια. Ἀπ᾽ τὸν καιρὸ ποὺ τὴν ὠνομάσαμε Ὁμόνοια,  ἔχουν  σκοτωθῆ  ἐκεῖ  ἄνθρωποι μὲ τὰκς καὶ βόμβες. Ὄχι Ὁμόνοια ἀλλὰ Διχόνοια ἔπρεπε νὰ λέγεται. Μόνο τὸ ὄνομα ἔμεινε. Ποῦ λοιπὸν θὰ βροῦμε τὴν ὁμόνοια;
Ἂς πᾶμε στὸ σπίτι. Μέσ᾽ στὸ σπίτι ὑπάρχει ὁμόνοια; Μπορεῖτε νὰ μοῦ δείξετε ἕνα ἀντρόγυνο ποὺ μέσ᾽ στὰ εἴκοσι - τριάντα χρόνια συμβιώσεως νὰ μὴν ἔχουν φιλονικίες; Δὲν περνάει ὁ πρῶτος μήνας τοῦ γάμου καὶ παρουσιάζονται τὰ μαῦρα σύννεφα στὸν οἰκογενειακὸ ὁρίζοντα. Ἔχουν πόλεμο ὁ ἄντρας κατὰ τῆς γυναίκας καὶ ἡ γυναίκα κατὰ τοῦ ἄντρα, τὰ ἀγόρια ἐναντίον τοῦ πατέρα καὶ τὰ κορίτσα ἐναντίον τῆς μάνας. Ποῦ εἶνε ἡ ὁμόνοια;
Ἂν φύγουμε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ πᾶμε στὸ χωριό ; Ρωτῆστε ἐμένα ποὺ περιώδευσα. Σπάνιο πρᾶγμανὰ δῶ χωριὸ μονοιασμένο. Ἀναστέναζε ἡ ψυχή  μου. Φεύγοντας ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, περνώντας ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνό, φθάνοντας σὲ κάθε χωριὸ ρωτοῦσα· Ὑπάρχει ἐδῶ ὁμόνοια, κ.πρόεδρε; ὑπάρχει, παπᾶ, ὁμόνοια; –Ὄχι, σπάνιοπρᾶγμα. Γιατί χωρίζουν τὰ χωριά; Γιὰ τὸ τίποτα· γιὰ τὸ νερό, γιὰ τὶς ὄρνιθες, γιὰ τὰ πρόβατα, γιὰ τὶς βοσκές· γιὰ μικροπράγματα, ποὺ ἂντὰ κοσκινίσῃς θὰ δῇς ὅτι διάβολος εἶνε καὶ τίποτα περισσότερο. Βλέπεις οἰκογένειες νά ᾽νε χωρισμένες καὶ νὰ τρέχουν στὴν πόλι στὸ πρωτοδικεῖο καὶ στὸ ἐφετεῖο, καὶ μὲ τὸ μῖσος καὶ μὲ τὰ δικαστήρια νὰ χτίζουν σπίτια τῶν δικηγόρων, ἐνῷ αὐτοὶ κάθονται σὲ καλύβες.
.Στὸ σπίτι καὶ στὸ χωριὸ δὲν ὑπάρχει ὁμόνοια·μὰ μήπως ὑπάρχει στὶς πολιτεῖες; Κ᾽ ἐκεῖ ἔχει θρονιαστῆ ἡ διχόνοια. Ἂν θέλῃς νὰ μαλώσῃς, βρίσκεις χίλιες ἀφορμές. Τὸ διαζύγιο εἶνε εὔκολο, τὸ δύσκολο εἶνε νὰ μονοιάσῃ τὸ ἀντρόγυνο.
Ἀφορμὴ γιὰ διχόνοια στὶς πολιτεῖες εἶνε τὰπολιτικά, τὰ φρονήματα, οἱ ἐκλογές, τὰ ἀθλητικά, ὣς καὶ τὸ φοὺτ-μπώλ ποὺ κάνει τὸ γήπεδο πεδίο μάχης. Δὲν ἔπρεπε ἐμεῖς νὰ παίζουμε τέτοια παιχνίδια· αὐτὸ εἶνε ἕνα παιχνίδι διαβολικό. Καὶ ξέρω, τὴν ὥρα αὐτὴ μερικοὶ θὰ κα-τεβάσουν τὰ μοῦτρα τους· ἀλλ᾽ ἐγώ, ἀγαπητέ μου, ἀδιαφορῶ καὶ σᾶς λέω τὴν ἀλήθεια.
.Παντοῦ διχόνοια· ἂς πᾶμε τέλος πάντων κάπου νὰ βροῦμε τὴν ἀγάπη καὶ ὁμόνοια, ἂς πᾶμε στὴν ἐκκλησιά . Περιοδεύω τὶς ἐνορίες, ἀλλὰ δύσκολα βρίσκω ἐνορία ἀγαπημένη. Σπάνιο πρᾶγμα νὰ βρῇς τοὺς παπᾶδες, διάκους, ψαλτάδες, νεωκόρους καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ἀγαπημένους. Μιὰ ἔριδα καὶ διαίρεσις βασιλεύει.
Σπάνιο πρᾶγμα νὰ βρῇς δυὸ παπᾶδες μονοιασμένους, δυὸ θεολόγους ἀγαπημένους, δυὸ ἱεροκήρυκες ἀγαπημένους, δυὸ θρησκευτικοὺς συλλόγους ἀγαπημένους, δυὸ δεσποτάδες ἀγαπημένους. Διαίρεσις ἐκεῖ ποὺ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ὁμόνοια, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα;
Ὅταν οἱ τσοπάνηδες ποὺ φυλᾶνε τὸ μαντρὶ εἶνε ξυπνητοὶ καὶ τὰ σκυλιὰ ἕτοιμα, δὲν τολμᾷ κανείς νὰ πλησιάσῃ· ἅμα αὐτοὶ ἀρχίσουν νὰ χτυπιοῦνται μεταξύ τους μὲ τὶς γκλίτσες, τότε ὅπως λέει ὁ λαὸς «στὴν ἀνεμοζάλη ὁ λύκος χαίρεται». Καὶ στὴ δική μας διαίρεσι, βρῆκαν ἀφορμὴ οἱ ἐχθροί, λύκοι διαφόρων χρωμάτων, ὅπως π.χ. οἱ χιλιασταὶ ἢ «μάρτυρες» τοῦ Ἰεχωβᾶ , μπῆκαν στὸ μαντρὶ ποὺλέγεται Ἑλλάδα καὶ τρῶνε συνεχῶς πρόβατα.
Ὅσο δύσκολο πρᾶγμα εἶνε ἡ ὁμόνοια, τόσο εὔκολο εἶνε ἡ διχόνοια· κι ὅσο μεγάλο θαῦμαεἶνε νὰ εἴμαστε μονοιασμένοι, τόσο κατάρα εἶνε ἡ διχόνοια.
Λένε, ἀγαπητοί μου, γιὰ κάποιον ξένο, ὅτι ὅταν διάβασε τὴν Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους εἶπε· Εἶδα ὡραῖα πράγματα, θαύματα, πολέμους, ἡρωισμοὺς ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἀλλοῦ. Ἀλλὰ ἔβγαλα ἕνα συμπέρασμα, καὶ μὴ σᾶς κακοφανῇ· ἂν οἱ Ἕλληνες ἤσασταν ἑνωμένοι, θὰ εἴ-χατε θριαμβεύσει…
Ἡ διχόνοια εἶνε ἡ κατάρα μας· αὐτὴ δυστυχῶς μᾶς ἔκανε σκορποχώρι . Ἂς ἀκούσουμε τί λέει στὸν Ἐθνικό μας ὕμνοὁ ποιητής·
«Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους / τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά· / Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους, / δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά» (στρ. 147).
Ἡ λευτεριὰ χάνεται ὅταν λείψῃ ἡ ὁμόνοια καὶ ἀγάπη. Ἂς ἀκούσουμε προπαντὸς τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ μᾶς λέει· Ἀδελφοὶ Ἕλληνες, «παρακαλῶ  διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ  ἵνα πάντες τὸ αὐτὸ λέγητε καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα». Ὁ δὲ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἂς εὐλογῇ ὅλους, ὥστε νὰ εἶστε ἕνα σῶμα, μία ψυχή, μίακαρδιά, πρὸς δόξαν τῆς ἁγίας Τριάδος· ἀμήν.
 
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
πηγη.zoiforos
Ο Προφήτης Ηλίας - Επίγειος άγγελος και επουράνιος άνθρωπος τιμάται στις 20 Ιουλίου.
AddThis Social Bookmark Button
profitis ilias 1Καταγωγή του προφήτη Ηλία
Ο Προφήτης Ηλίας ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από τη Θέσβη της περιοχής Γαλαάδ, και ανήκε στην φυλή του Ααρών. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία:
Δυό άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία, τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε ο πατέρας του, πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς, εκείνοι του είπαν ερμηνεύοντας την οπτασία, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.
Οι αγιογραφικές πληροφορίες για τον προφήτη Ηλία αναφέρουν ότι φορούσε ρούχο από προβιά και στη μέση του είχε δερμάτινη ζώνη. Ζούσε αυστηρή και ασκητική ζωή, και ήταν ανυποχώρητος σε θέματα γνήσιας λατρείας του Θεού, αφού δεν συμβιβαζόταν με τη τάση της υιοθέτησης από τους Εβραίους ειδωλολατρικών στοιχείων.
Βίος και δράση του
Η προφητική αποστολή του Ηλία αναπτύχτηκε στα χρόνια της βασιλείας του Αχαάβ (873-854π.Χ.). Ο Αχαάβ έλαβε ως γυναίκα του την Ιεζάβελ. Εκείνη καθιέρωσε επίσημα τη λατρεία του θεού Βάαλ-Melgart. Είχε φτάσει πλέον η στιγμή να δράσει ο προφήτης Ηλίας. Εμφανίζεται στο βασιλιά Αχαάβ και του λέει: Ορκίζομαι στον Κύριο πού υπηρετώ, τον αληθινό Θεό του Ισραήλ, ότι τα επόμενα χρόνια δεν θα πέσει στη γη δροσιά ούτε βροχή, παρά μόνο με προσταγή δική μου.
Η τριετή ανομβρία.
Ο Κύριος είπε στον Ηλία: Φύγε από εδώ και πήγαινε προς τα ανατολικά, να κρυφτείς κοντά στο χείμαρρο Χοράθ (Χερίθ), ανατολικά του Ιορδάνη. Θα πίνεις νερό από το χείμαρρο κι εγώ θα δώσω προσταγή στους κόρακες να φροντίζουν για την τροφή σου εκεί. Ο προφήτης συμμορφώθηκε. Η τριετής ξηρασία άρχισε. Ο προφήτης κρυβόταν στο μέρος πού του είχε υποδειχθεί από τον Θεό. Εκεί, οι κόρακες του έφερναν ψωμί και κρέας πρωί και βράδυ, κι έπινε νερό από το χείμαρρο. Μετά όμως από μερικές μέρες ξεράθηκε ο χείμαρρος, γιατί υπήρχε ανομβρία στη χώρα.
Φιλοξενούμενος στη Σαρεπτά.
Τότε παίρνει και πάλι νέα εντολή από τον Κύριο πού του είπε: Σήκω, πήγαινε στη Σαρεπτά, στην περιοχή της Σιδώνας και μείνε εκεί. Εγώ διέταξα μία χήρα να φροντίζει για την τροφή σου. Ξεκίνησε ο Ηλίας και όταν έφτασε στην πύλη της πόλης είδε μία γυναίκα πού μάζευε ξύλα. Της ζήτησε να φτιάξει μια μικρή λαγάνα για εκείνον από το λίγο αλεύρι της και να του τη φέρει, έπειτα να φτιάξει για την ίδια και το γιο της. Γιατί ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, λέει: το πιθάρι με το αλεύρι δεν θα αδειάσει και το λάδι στο δοχείο δεν θα λιγοστέψει, ως τη μέρα πού ο Κύριος θα στείλει βροχή. Η γυναίκα έκανε όπως της είπε ο προφήτης, με αποτέλεσμα ούτε το αλεύρι ούτε το λάδι να τελειώνουν για πολλές ημέρες.
Η ανάσταση του γιου της χήρας.
Ύστερα από τα γεγονότα αυτά αρρώστησε βαριά και πέθανε ο γιος της χήρας που φιλοξενούσε τον προφήτη. Τότε η γυναίκα, είπε στον προφήτη Ηλία: Τί σού χρωστούσα, άνθρωπε του Θεού; Ήρθες στο σπίτι μου για να μου υπενθυμίσεις την αμαρτία μου και να κάνεις να πεθάνει ο γιος μου; Εκείνος όμως το πήρε από την αγκαλιά της και προσευχήθηκε στον Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ μου, γιατί έκανες κακό στη χήρα πού με φιλοξενεί, αφήνοντας να πεθάνει ο γιος της; Και συνέχισε, παρακαλώντας να επιστρέψει η ψυχή του παιδιού αυτού μέσα του. Ο Κύριος άκουσε την προσευχή του και ανέστησε το παιδί.
Η παρρησία του Ηλία ενώπιον του βασιλιά.
Ήταν ήδη ο τρίτος χρόνος της φοβερής ξηρασίας, όταν ο Θεός μίλησε στον προφήτη και του είπε: Πήγαινε να παρουσιαστείς στον Αχαάβ, κι εγώ θα στείλω βροχή στη γη. Τον προκάλεσε μάλιστα να δώσει εντολή να συγκεντρωθούν όλοι οι Ισραηλίτες στο όρος Κάρμηλος, μαζί με τους 450 «προφήτες» του Βάαλ και τους 400 «προφήτες» της Αστάρτης, πού ήταν προστατευόμενοι της βασίλισσας Ιεζάβελ.
Λέει ο προφήτης Ηλίας : Εγώ απέμεινα μόνος προφήτης του Κυρίου, ενώ οι προφήτες του Βάαλ είναι 450. Ας μας φέρουν δύο μοσχάρια κι ας διαλέξουν το ένα για τον εαυτό τους ας το κομματιάσουν κι αν το βάλουν πάνω στα ξύλα, φωτιά όμως να μη βάλουν. Εγώ θα πάρω το άλλο μοσχάρι και θα το βάλω πάνω στα ξύλα και δεν θα βάλω φωτιά.
Αν επικαλεστούν αυτοί το όνομα του θεού τους και θα επικαλεστώ κι εγώ το όνομα του Κυρίου. Όποιος θεός απαντήσει με φωτιά, αυτός θα είναι ο αληθινός Θεός.
Οι 450 «προφήτες» του Βάαλ προσεύχονταν στο θεό τους από το πρωί ως το μεσημέρι: «Βάαλ, άκουσέ μας», φώναξαν και χοροπηδούσαν γύρω από το θυσιαστήριο πού είχαν ετοιμάσει. Εις μάτην όμως! Καμία φωνή, κανένα σημάδι ότι ο θεός τους είχε ακούσει τις ικεσίες τους.
Νωρίς το απόγευμα ο προφήτης κάλεσε κοντά του το λαό, πού πλησίασε στο θυσιαστήριο του Κυρίου το οποίο είχε καταστραφεί από την Ιεζάβελ και ξαναστήσει ο Ηλίας με 12 πέτρες, όσοι και οι γιοι του Ιακώβ και οι 12 φυλές του Ισραήλ. Έβαλε πάνω στο θυσιαστήριο ξύλα, κομμάτιασε το μοσχάρι και το τοποθέτησε πάνω τους. Έπειτα ζήτησε τέσσερις κάδους νερό κι έδωσε εντολή να το χύσουν πάνω στο ολοκαύτωμα και τα ξύλα. Το ίδιο είπε και έκαναν δεύτερη και τρίτη φορά. Στη συνέχεια πλησίασε το θυσιαστήριο και προσευχήθηκε σε επήκοο όλων: Κύριε, Θεέ του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, ας μάθουν όλοι σήμερα δη εσύ είσαι Θεός στον Ισραήλ κι εγώ δούλος σου, και ότι εγώ έκανα όλα αυτά τα πράγματα σύμφωνα με το λόγο σου. Απάντησε μου, Κύριε, ώστε να μάθει ο λαός σου αυτός ότι εσύ είσαι ο Κύριος, ο Θεός, κι ότι εσύ θα ξαναφέρεις την καρδιά τους
κοντά σου.
Τότε λοιπόν έπεσε φωτιά από τον ουρανό και έκαψε εντελώς τα κομμάτια του μοσχαριού, τα ξύλα, ακόμα και τις πέτρες και το χώμα. Έκπληκτοι όλοι έσκυψαν το κεφάλι και είπαν:
Ο Κύριος! Αυτός είναι ο Θεός! Και ο Ηλίας: Πιάστε τους «προφήτες» του Βάαλ, να μη σας ξεφύγει κανείς. Τούς συνέλαβαν, τους κατέβασαν στο χείμαρρο Κισών κι εκεί τους εξολόθρευσε.
Το τέλος της τριετούς ξηρασίας
Μετά το γεγονός αυτό τα σύννεφα σκοτείνιασαν τον ουρανό και ξέσπασε θύελλα και δυνατή βροχή. Η Ιεζάβελ οργισμένη έστειλε με αγγελιοφόρο
μήνυμα στον Ηλία: Να με τιμωρήσουν οι θεοί, αν αύριο τέτοια ώρα δεν σου κάνω ότι έκανες εσύ στους προφήτες.
Ο Ηλίας κρύβεται στο όρος Χωρήβ. Και ο Κύριος στη συνέχεια εμφανίστηκε στον Ηλία. Και έδωσε εντολή στον προφήτη του να πάει στη Δαμασκό για να χρίσει το νέο βασιλιά των Συρίων, υστέρα το νέο βασιλιά του Ισραήλ και στη συνέχεια να χρίσει διάδοχο του προφήτη τον Ελισαίο. Πράγμα πού έκανε ο Ηλίας.
Η αρπαγή του προφήτη Ηλία στον ουρανό
Αφού ο προφήτης Ηλίας έζησε και έδρασε κατά το θέλημα του Κυρίου, έφτασε ο καιρός να τον πάρει ο Θεός στους ουρανούς μέσα σε ανεμοστρόβιλο. Ο Ηλίας και ο Ελισαίος κατά την εντολή του Κυρίου, βάδισαν προς τον Ιορδάνη ποταμό, ενώ τους ακολουθούσαν 50 προφήτες πού στάθηκαν σε κάποια απόσταση απ’ αυτούς. Ξαφνικά, καθώς προχωρούσαν συζητώντας, φάνηκε ένα άρμα από φωτιά, κι άλογα πύρινα τους χώρισαν τον έναν από τον άλλον. Κι ανέβαινε ο Ηλίας μέσα σε ανεμοστρόβιλο στον ουρανό, ενώ άφησε να πέσει από πάνω του ο μανδύας (μηλωτή) πού τον μάζεψε ο Ελισαίος. Οι προφήτες πού παρακολουθούσαν τα γινόμενα από μακριά, είπαν: Το πνεύμα του Ηλία έμεινε στον Ελισαίο.
Ο προφήτης Ηλίας έδειξε ένθερμο ζήλο για το νόμο του Θεού και γι αυτό αναλήφθηκε στον ουρανό.
Ο προφήτης Ηλίας, εξαιτίας της βαθιάς του πίστης, της αφοσίωσης στον Θεό και του ένθερμού ζήλου, αναφέρεται πολύ συχνά στα βιβλία της Αγίας Γραφής, η δε επίδραση πού άσκησε η ζωή και το έργο του διά μέσου των αιώνων είναι πολύ σημαντική. Από τα ιερά και άγια πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης είναι ίσως το πλέον αγαπητό και η μνήμη του τιμάται από τους ορθοδόξους χριστιανούς περισσότερο από κάθε άλλο.
Όχι λιγότερο σημαντική είναι η παρουσία του προφήτη Ηλία στα βιβλία της Καινής Διαθήκης.
Ο προφήτης Ηλίας τιμάται στην κορυφή λόφων, υψωμάτων και βουνών. Ακριβώς γι’ αυτό πολλές κορυφές φέρουν το όνομά του και οι περισσότερες έχουν εκκλησάκια ή εικονοστάσια αφιερωμένα σ’ αυτόν.
 Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ταχύ Προκατάλαβε.

Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν προφητῶν ἡ κρηπίς, ὁ δεύτερος πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Ἠλίας ὁ ἔνδοξος, ἄνωθεν καταπέμψας Ἐλισαίω τήν χάριν, νόσους ἀποδιώκει, καί λεπρούς καθαρίζει, διο καί τοῖς τιμῶσιν αὐτῶν βρύει ἰάματα.
πηγη.askitikon

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣΔ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής των Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά
  •                            
  •                          

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣΔ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
(Ματθ. 5, 14-19)
Οἱ ἰδιότητες τοῦ φωτός
 
   Ἀκούσαμε σήμερα στό Εὐαγγέλιο τόν Κύριο νά λέει στούς μαθητές του: «Ὑμεῖς ἐστέ τό φῶς τοῦ κόσμου». Ἐσεῖς εἶστε τό φῶς τοῦ κόσμου.
Τό εἶπε γιά τούς ἁγίους ἀποστόλους πρῶτα.
Γιά τούς ἱερεῖς δεύτερα,
καί γιά κάθε χριστιανό κατ’ ἐπέκταση.
Ὁ ἴδιος πάλι μᾶς εἶχε πεῖ: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου».
Ἄς προσπαθήσομε νά δοῦμε, πῶς καί γιατί ὁ Χριστός εἶναι τό φῶς τοῦ κόσμου. Πῶς καί γιατί οἱ ἀπόστολοι, οἱ ἱερεῖς καί ἐμεῖς εἴμαστε τό φῶς τοῦ κόσμου. Τί σημαίνει γιά μᾶς. Τί ὑποχρεώσεις μᾶς δημιουργεῖ. Τί καλό μᾶς δίνει. Τί μᾶς ἐξασφαλίζει. Τί χάρισμα εἶναι αὐτό.
Ἐξετάζομε τό φῶς. Φῶς εἶναι κάτι πού προσφέρει ἀλλά ταυτόχρονα χάνεται. Κρατᾶμε ἕνα κεράκι. Τό κεράκι σκορπίζει φῶς, ἀλλά συνεχῶς καίγεται. Ἄν δέν καεῖ, δέν φωτίζει. Ἔχομε ἕνα καντηλάκι. Φωτίζει ἀλλά τό λάδι καίγεται, λιγοστεύει, τελειώνει. Ἔχομε τό φῶς τοῦ ἡλίου. Καί τί ἀκοῦμε ἀπό τούς ἀστρονόμους; Ἑκατόν εἴκοσι δισεκατομμύρια τόννους κάθε χρόνο καίει ὁ ἥλιος, γιά νά βγάζει αὐτό τό φῶς. Συνεχῶς λιγοστεύει. Καί θά ρθεῖ κάποια ἡμέρα, βέβαια ἔχομε καιρό ἀκόμα, πού ὁ ἥλιος θά πάψει πιά νά ὑπάρχει. Καί ὁ ἥλιος λοιπόν καίγεται, λιγοστεύει καί προσφέρει.
   Ἀλλά τό φῶς ἔχει καί ἕνα ἄλλο χάρισμα. Εἶναι πάντοτε καθαρό.
   Ἔχομε ἕνα ροῦχο. Τό πλύναμε, ἔγινε ὁλοκάθαρο. Πέφτει ἐπάνω του λίγη σκόνη, μία λαδιά καί ἔπαψε πιά νά εἶναι καθαρό. Τό φῶς ὅμως δέν ὑπάρχει τίποτα πού νά μπορεῖ νά τό μολύνει. Εἶναι πάντοτε ὁλοκάθαρο.
   Κάτι ἀκόμα. Τό φῶς εἶναι πάντοτε διαυγές. Ὅπως ὁ οὐρανός.
Δέν εἶναι ποτέ σάν τό τζάμι, πού μάζεψε λίγη σκόνη καί ἔπαψε νά εἶναι διαυγές. Οὔτε σάν τό στάσιμο νερό, πού ἔπιασε λίγη σαπίλα στήν ἐπιφάνειά του καί δέν βλέπεις τίποτα στό βάθος.
Τό φῶς εἶναι πάντοτε ὁλοκάθαρο.
   Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός παρομοίασε τόν ἑαυτό του, μέ τό φῶς, ἐπειδή γιά μᾶς, συνεχῶς προσέφερε καί προσφέρει. Γιά μᾶς, γιά τό φωτισμό μας, γιά νά καταλάβομε πιό εἶναι τό σωστό δέχθηκε καί ταπείνωσε Ἑαυτόν καί ἦλθε στή γῆ καί κοπίασε καί κακοπάθησε καί ἔπαθε καί σταυρώθηκε καί ἐτάφη. Ἀκόμα ὁ Κύριος εἶναι σέ ὅλες του ἐνέργειες καθαρός. Χωρίς ὑστεροβουλίες, χωρίς λερωμένες ἤ ἄσχημες ἐπιδιώξεις. Καί εἶναι ἀπέναντί μας, ἐντελῶς διαυγής καί εἰλικρινής. Δέν μᾶς εἶπε ποτέ κάτι τό ὁποῖο εἶναι δυνατόν νά μᾶς πλανήσει. Ἀλλά μᾶς εἶπε -ὅταν ἔπρεπε- μέ ὠμότητα, θά ἔλεγε κανείς μέ σκληρότητα, ἐντελῶς ἀντίθετα ἀπό ἐκεῖνα πού θέλομε, ἀπό ἐκεῖνα πού προσδοκᾶμε, ἀπό ἐκεῖνα πού ζητᾶμε.
   Ζητᾶμε νά κάνομε τήν γῆ, τήν παρούσα ζωή, εἰ δυνατόν ἐπίγειο Παράδεισο.
Ὁ Χριστός μᾶς εἶπε ὅτι ὄχι μόνο δέν θά γίνει ἡ ἐπίγεια ζωή ἐπίγειος Παράδεισος, ἀλλά ἄν θέλετε νά τήν ἀξιοποιήσετε καί νά κάνετε τόν ἑαυτό σας φῶς, νά δεχθεῖτε ἑκουσίως, ὁλόψυχα, ὅπως τό φῶς, ἔτσι καί σεῖς κάθε ἡμέρα νά κάνετε ἀπό μία θυσία.
   Αὐτή ἡ θυσία θά σᾶς κάνει φωτεινούς, υἱούς φωτός. Φῶς γιά τόν ἑαυτό σας καί φῶς γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Θά ἀνοίγουν τά μάτια σας ἀπό τό γεγονός ὅτι κάνατε θυσία καί ἀπό τό ὅτι τά ἔργα σας εἶναι καθαρά καί εἰλικρινή.
Ζωή στό σκοτάδι, ζωή στό φῶς
   Σήμερα ἔχομε τήν μεγάλη ἑορτή τῶν ἁγίων ἑξακοσίων τριάκοντα θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔχομε μία ἀπό τίς ἑορτές τῆς Ὀρθοδοξίας. Τριακόσιοι ἑξήντα Πατέρες συνῆλθαν εἰς τήν Χαλκηδόνα καί ἔκαναν σύνοδο. Γιά νά καθορίσουν ποῖα εἶναι τά δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀντικρούοντας αἱρετικούς. Ὅπως κάθε ἐποχή ὑπάρχουν στήν κοινωνία καί στόν κόσμο αἱρετικοί. Ὅπως σήμερα οἱ χιλιαστές.
   Καί πῶς ἐνήργησαν οἱ Πατέρες;
Ἐνήργησαν μέ καθαρότητα. Σάν τέκνα φωτός· ὁλόφωτα.
Ὅποιος διαβάζει τήν ἱστορία, ὅποιος διαβάζει τήν πορεία καί τά ἔργα τῶν ἁγίων τό καταλαβαίνει.
Γι' αὐτό ἀκριβῶς καί πόσες φορές τό ἔχομε πεῖ καί πόσες φορές τό ἀξιώνομε καί τό ἐπαναλαμβάνομε. Καί θά πεθάνομε ἐπαναλαμβάνοντάς το, μέ τήν χάρη καί μέ τόν φωτισμό τοῦ Θεοῦ: Ὅτι δηλαδή ὅσο πιό πολύ ἕνας ἄνθρωπος διαβάζει τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἰδίως τά ἔργα τῶν ἁγίων, τῶν υἱῶν τοῦ φωτός, τῶν μιμητῶν τοῦ πρώτου φωτός, ἐκείνων πού φωτίστηκαν ἀπό τόν Χριστό καί ἔγιναν φῶτα γιά τόν κόσμο, τόσο περισσότερο φωτίζεται καί βλέπει ὅτι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νά εἶναι γεμάτη ἀπό τόν πόθο τῆς θυσίας, τῆς καθαρότητος καί τῆς διαφάνειας.
   Ἀλλά ἄς δοῦμε τήν κατάσταση τοῦ κόσμου. Ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει Χριστός καί φῶς Χριστοῦ.
Διάβαζομε τό ἑξῆς γεγονός: Μετά τό τέλος ἑνός πολέμου οἱ νικητές πῆγαν νά κάνουν ἐπίσημη δοξολογία. Ἔμειναν κάποιο δεκάλεπτο στήν Ἐκκλησία καί μετά δρόμο.
Ποῦ πᾶνε; Πῆγαν νά κάνουν ἕνα γλέντι. Καί τί γλέντι ἦταν αὐτό; Ἕνα αἰσχρό ξεφάντωμα. Μετά ἀπό τί; Ἀπό μιά νίκη πού τήν ἀπέδωσαν στό Θεό καί πῆγαν νά κάνουν δοξολογία.
Καθώς λοιπόν γλεντοῦσαν μ’ αὐτό τόν ἔξαλλο τρόπο, τόν ἀκόλαστο καί τόν αἰσχρότατο, ἐμφανίστηκε ἐκεῖ ἀνάμεσα στούς στρατιῶτες ἕνας παπάς. Ὁπότε ἕνας ἀξιωματικός, λιγάκι σοκαρισμένος τοῦ εἶπε:
   -Καλά, παπούλη, τί θέλεις ἐσύ ἐδῶ;
   -Ψάχνω κάτι νά βρῶ.
   -Τί ψάχνεις νά βρεῖς, τέτοια ὥρα ἐδῶ μέσα;
   -Ψάχνω νά βρῶ, ἀπάντησε ὁ παπάς, τί σχέση ἔχει ἡ πρωινή δοξολογία, μέ αὐτό πού γίνεται τώρα. Ψάχνω νά βρῶ, ἄν ὑπάρχει πουθενά δῶ μέσα ὁ Θεός, στή δύναμη καί στήν προστασία τοῦ ὁποίου ἀποδώσαμε τήν νίκη.
   Ἐξετᾶστε ἀπ' ὅποια πλευρά θέλετε αὐτούς τούς ἀνθρώπους, πού ἔκαναν αὐτές τίς ἐνέργειες καί θά δεῖτε ὅτι εἶναι σκοτάδι. Ἀσυνέπεια, ἀνειλικρίνεια, βρωμιά καί προπαντός ζωή χωρίς θυσία. Ὁ στρατηγός χοροπηδοῦσε γιατί θά ἔπαιρνε παράσημο. Καί οἱ πιτσιρίκοι τῆς ὑποθέσεως γιατί θά γλεντήσουν.
Ποῦ τό πνεῦμα τῆς θυσίας πού εἶναι φῶς;
Πουθενά. Σκοτάδι καί μόνο σκοτάδι. Πηχτό σκοτάδι. Αὐτός εἶναι ὁ κόσμος χωρίς Χριστό.
   Κόσμος χωρίς Χριστό, εἶναι ἕνας γάιδαρος δεμένος, μέ κλεισμένα τά μάτια στό πηγάδι γιά νά μήν βλέπει ποῦ πηγαίνει καί τί κάνει. Καί γυρίζει συνεχῶς γύρω-γύρω στό πηγάδι νομίζοντας πώς φεύγει, πώς πάει σέ δρόμο μακρυνό καί κάνει ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ καί ἀπό τό βράδυ μέχρι τό πρωί, τά ἴδια βήματα γιά νά βγαίνει λίγο νερό.
Κόπος, ἀλλά χωρίς διάθεση θυσίας.
   Μετά τόν Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, ἕνας ἀπό τούς μεγάλους ἡγέτες τοῦ κόσμου, ἦταν ὁ περίφημος πρωθυπουργός τῆς Γαλλίας Κλεμανσώ· μέγας πολιτικός. Ὅταν γήρασε, ἔφτειαξε τόν τάφο του. Καί ἀφοῦ τόν ἄνοιξε, στάθηκε ἀπό πάνω, τόν κοίταξε καί εἶπε: «Νά τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Μιά τρύπα καί μετά τίποτα». Μιά τρύπα στή γῆ. Ἤ καλύτερα στό νερό εἶναι αὐτή ἡ τρύπα. Μιά τρύπα στό νερό. Αὐτός εἶναι ὁ ἄνθρωπος.
Ποιός τό εἶπε αὐτό; Ὁ Κλεμανσώ. Ἕνας ἀπό τούς μεγαλοφυεστέρους πολιτικούς τοῦ κόσμου. Ἐξετάζοντας μέ εἰλικρίνεια, ρεαλιστικά, τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου χωρίς τό φῶς τοῦ Χριστοῦ εἶπε: «Ὁρῖστε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Μιά τρύπα στό νερό».
Τό φῶς δείχνει τήν πραγματικότητα
   Ὅλα ὅσα ἐπιδιώξει νά κατορθώσει καί νά ἐπιτύχει ὁ ἄνθρωπος πάνω στή γῆ, ὅταν θά τούς κάνεις τήν τελική ἀνάλυση, μέ τό πρίσμα τοῦ ἐρωτήματος: «Καί μετά; Καί μετά;», εἶναι μία τρύπα στό νερό. Κάποια ὥρα ὅλα τά ἐπίγεια, ὅλα ὅσα κάνουν τόν ἄνθρωπο πού ἔχει τό πνεῦμα τό κοσμικό νά φαντάζεται τόν ἑαυτό του πάνω στή γῆ ἐπιτυχημένο, σβύνουν.
Καί ποιά εἶναι ἐκεῖνα πού ἔχουν τήν ἀληθινή ἀξία;
Τό ἄν ἀπέκτησες πνεῦμα θυσίας, ἄν ἀπέκτησες καθαρότητα καί εἰλικρίνεια ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καί τοῦ Θεοῦ, ἄν πῆρες φῶς, ἀγάπησες τό φῶς, ἔγινες φῶς καί μετέδωκες φῶς. Ὁ ἄνθρωπος πού φροντίζει γι' αὐτά, δέν εἶναι μετά ἀπό τό τέλος τῆς ζωῆς του μία τρύπα καί μάλιστα στό νερό, ἀλλά τί εἶναι;
   Ἄς τό δοῦμε μέ μία διήγηση. Οἱ παπάδες μαθαίνουν πολλά. Ἐκεῖνα πού δέν τά μαθαίνει κανένας. Τήν τρομερή κίνηση τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τόν ὑποδούλωση στά πάθη, στή νίκη.
Ἕνας παπάς λοιπόν, ἦταν σκυμμένος ἐπάνω σέ ἕνα νεαρό, ἄρρωστο, πού ἐπρόκειτο νά πεθάνει.
Καί ὁ νεαρός, ἐξομολογούμενος τοῦ ἔλεγε:
«Πάτερ, νόμιζα πώς ὁ ἄνθρωπος ζεῖ στή γῆ ἀθάνατα. Καί ὅτι μπορεῖ νά κάνει ὅτι θέλει. Ἦρθε μιά μέρα πού ἔπεσα στό κρεβάτι καί κατάλαβα πῶς ὁ ἄνθρωπος δέν ζεῖ πιά ἀθάνατα πάνω στή γῆ. Καί εἶδα τόν θάνατο σάν τραγωδία. Αὐτή τήν στιγμή ἡ ψυχή μου κατάλαβε τήν χάρη, τό ἔλεος καί τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτή τήν στιγμή, πάτερ, ἐγώ ὁ ταπεινός δοῦλος Του, κατάλαβα ὅτι δέν ὑπάρχει γιά τόν χριστιανό θάνατος. Γιατί καί ὅταν κλείνει τά μάτια του στήν ἐπίγεια ζωή, «μεταβαίνει ἐκ τοῦ θανάτου στή ζωή». Ἀπό τό ψέμα στήν ἀλήθεια. Ἀπό τά φθαρτά εἰς τά ἄφθαρτα, ἀπό τά πρόσκαιρα εἰς τά αἰώνια».
   Ἔτσι πρέπει νά βλέπομε τή ζωή. Γιατί αὐτό εἶναι τό φῶς τό ὁποῖο ἦλθε ὁ Κύριος νά μᾶς διδάξει μέ τόν θάνατο, μέ τήν ταφή του, μέ τήν ἀνάστασή του. Ὅποιος αὐτό τό ἔχει καταλάβει εἶναι υἱός φωτός.
Εἶναι φῶς οἱ ἱερεῖς, ἐπειδή διδάσκουν τό φῶς. Καί ἐπειδή πίστευσαν στό φῶς καί γι' αὐτό ἔγιναν διδάσκαλοι τοῦ φωτός.
Καί εἶναι υἱοί φωτός οἱ χριστιανοί πού πίστευσαν στό λόγο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· καί ζοῦν μέ θυσία, μέ καθαρότητα καί μέ εἰλικρίνεια. Ἐδῶ στήν παρούσα ζωή λάμπουν μέ τά ἔργα τους. Καί στόν οὐρανό, λέει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος καί ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, θά λάμψουν ἀκόμη περισσότερο, «ὡς ὁ ἥλιος». Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου.
Ὁμιλία στόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο Πρεβέζης στίς 17/7/1983