Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025


 

 2025 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 23 – ΚΥΡΙΑΚΗ Θ’ ΛΟΥΚΑ

ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ(Λουκ. 12, 16-21)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στην Καμαρίνα, στις 23/11/1980)


Τοίχος από πάγο


Αναφέρει το Ευαγγέλιο, πως κάποια ημέρα πήγε κάποιος στον Χριστό

και του είπε: «Κύριε, πες στον αδελφό μου να χωρίσουμε την περιουσία μας

δίκαια».

Ερώτημα: Γιατί τσακωνόντουσαν τα δύο αδέλφια; Γιατί και οι δυο ήταν

πλεονέκτες. Και ο καθένας ήθελε να αποκτήσει όσο πιο πολλά μπορούσε

έστω και αν ήταν εις βάρος του άλλου.

Ο Χριστός απάντησε:

- Άνθρωπε, ποιος με έβαλε δικαστή ανάμεσα σας; Είναι δική μου

δουλειά να μοιράζω χωράφια; Δεν σκέφτεσαι ότι με αυτό που μου ζητάς

δείχνεις ότι ανάμεσα σε σένα και σε Μένα είναι ένας τοίχος από πάγο; Γιατί

εσύ άλλα θέλεις, εγώ όμως ενδιαφέρομαι για τα πνευματικά.

Και είπε ο Χριστός στους άλλους ανθρώπους που ήταν κοντά Του:

«Προσέχετε, από το σκουλήκι της πλεονεξίας, μην παρασύρεστε από το

φρόνημα του κόσμου τούτου. Όσα και να αποκτήσει ο άνθρωπος, όσα

περισσευούμενα να έχει στην άκρη, την ζωή του δεν την εξασφαλίζει».

Και αμέσως διηγήθηκε μια παραβολή. Ήταν ένας πλούσιος με πολλά

κτήματα και εισοδήματα. Κάποια χρονιά η χώρα του ευφόρησε πολύ. Έκανε

τόσα εισοδήματα που δεν είχε πού να τα βάλει. Και έκανε την σκέψη: «Θα

γκρεμίσω τις παλιές μου αποθήκες, θα κτίσω καινούργιες και θα μαζέψω εκεί

τους καρπούς μου και τα αγαθά μου. Μετά θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή έχεις

πολλά αγαθά για χρόνια πολλά. Από εδώ και πέρα, ζωή και διασκέδαση».

«Φάε, πιέ, εὐφραίνου».


Αποφάσεις χωρίς τον ξενοδόχο


Καλή και όμορφη η σκέψη, αλλά «λογάριαζε», λέει ο Χριστός, «χωρίς

τον ξενοδόχο». Γιατί την ίδια μέρα του είπε ο Θεός: «Άμυαλε, αυτή την νύχτα

κάποιοι θα ζητήσουν την ψυχή σου. Ό,τι μάζεψες σε ποιόν θα μείνει;» Και

πρόσθεσε ο Χριστός: Τα ίδια θα πάθει κάθε άνθρωπος που φροντίζει να

θησαυρίζει για τον εαυτό του, σαρκικά, επίγεια και όχι κατά Θεόν.

Έχουμε τον πλούσιο και τον Θεό. Ανώνυμος είναι ο πλούσιος. Κάνει

μόνος του διάφορες σκέψεις και ο Θεός του απαντάει σ’ αυτές. Ο πλούσιος


2Κυριακή Θ΄ Λουκᾶ. Ἄφρονος πλουσίου. 23/11/1980


φαντάζεται τον εαυτό του έξυπνο, σοφό, μυαλωμένο. Ο Θεός του απαντάει

πως είναι άφρονας. Άμυαλος. Ανόητος. Αυτά λέει με λίγα λόγια η παραβολή.

Ο πλούσιος δεν μάζεψε αγαθά από αδικίες. Απλά ευφόρησε η χώρα του.

Δεν ήταν παλιάνθρωπος. Ήταν όμως ένας άνθρωπος που είχε αφήσει την

ψυχή του να αδειάσει, και είχε θεωρήσει τη σάρκα του και την επίγεια ζωή του

σαν τα μοναδικά που έχουν αξία στον κόσμο. Σάρκα, ζωή, υλικά αγαθά, γιατί

τα είχε; Για απόλαυση!

Ας εξετάσουμε τα πράγματα ένα-ένα. Για τον πλούσιο αυτόν, όλα είναι

δικά του, τα εξουσιάζει, τα έχει στο χέρι του. Αλλά ο Θεός του απαντάει:

Απατάσαι! Τελείωσαν για σένα. «Τίνι έσται» όσα μάζεψες; Σε ποιόν θα

μείνουν; Γιατί «ταύτῃ τη νυκτὶ την ψυχήν σου απαιτούσιν απὸ σου». Εκείνος

καμαρώνει ότι έχει γεννήματα, αγαθά, χωράφια και αποθήκες. Και ο Θεός του

λέγει: Όχι μόνο δεν έχεις αυτά, αλλά και εκείνο, που ο κάθε άνθρωπος το έχει

και είναι δικό του, το έχασες. Δεν έχεις ούτε την ψυχή σου. Αυτή την στιγμή

«απαιτούσιν απὸ σου την ψυχήν σου»

Ποίοι «απαιτούσιν; Εκείνοι που δεν έχουν καμία σχέση με τον Θεό. Δεν

λέει ο Θεός: «Εγώ θα σου την πάρω». «Απαιτούσιν απὸ σου» οι εχθροί μου

και οι εχθροί σου. Δηλαδή τα δαιμόνια. Να, η πρώτη αφροσύνη.

Ας πάμε στη δεύτερη. Ο άνθρωπος, με τη λογική την επίγεια, που τη

νομίζει τετραγωνική, θέλει να μαζέψει για να είναι ασφαλής και ευτυχισμένος.

Αλλά για να φτάσει εκεί, τι κάνει; Πρώτα μεν, βάζει φασαρία και μπελά στο

κεφάλι του για να αποκτήσει. Και αφού αποκτήσει, ξεφυτρώνει η σκοτούρα

της διατηρήσεως. «Καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω». Και

τι γίνεται τότε; Ενώ θέλει σαν επίγειος άνθρωπος, να χαρεί τη ζωή του, με τον

νέο πόθο να την εξασφαλίσει πιο καλά, αναβάλλει τη διασκέδαση για το

μέλλον, που είναι αβέβαιο.

Τρίτη ανοησία: «Και ερώ τη ψυχή μου, ψυχή, έχεις πολλὰ αγαθὰ κείμενα

εις έτη πολλά». Πόσα είναι αυτά τα πολλά έτη; Απάντηση του Θεού: Όχι

φέτος, όχι αυτό τον μήνα, όχι αυτή την εβδομάδα, ούτε μετά από ένα

εικοσιτετράωρο. «Ταύτη τη νυκτὶ την ψυχήν σου απαιτοῦσιν απὸ σου». Ο

άνθρωπος, λοιπόν, που καυχάται ότι έχει τετραγωνική λογική, τελικά

αποδεικνύεται ανόητος, με το να μη σκέφτεται ότι μπορεί να πεθάνει την ίδια

ημέρα.

Και το τελευταίο λάθος: Λέγει στην ψυχή του: «Ψυχή, φάγε, πιέ,

ευφραίνου». Μα εκείνο που περνάει από το λαρύγγι δεν πάει στην ψυχή. Και

επιπλέον, οι ηδονές των αισθήσεων είναι μια στιγμή. Τρως κάτι νόστιμο,

εκείνη την στιγμή είναι νόστιμο. Πέρασε αυτή η στιγμή; Είτε είχες φάει ελιές,

είτε είχες φάει τον καλλίτερο μεζέ, το ίδιο είναι.

Η αληθινή ευτυχία


3Κυριακή Θ΄ Λουκᾶ. Ἄφρονος πλουσίου. 23/11/1980


«Είπε δε αυτώ ο Θεός». Ο άνθρωπος του κόσμου τούτου σκέφτεται,

αλλά ο Θεός πάντοτε απαντάει. Ο Θεός δεν αφήνει τον άνθρωπο χωρίς

απάντηση ούτε μια στιγμή. Ό,τι να κάνεις, την μικρότερη σκέψη, έρχεται ο

Θεός και σου δίνει απάντηση.

Παράδειγμα. Συναντάς ένα φτωχό ο οποίος δεν έχει να φάει. Και εσύ

λες: «Δεν πειράζει. Θα μείνω νηστικός να φάει εκείνος». Ποιο είναι το

αποτέλεσμα; Ολόκληρη την ημέρα χοροπηδάς από την χαρά σου. Δεν έφαγες

και δεν ήπιες, δεν διασκέδασες, αλλά ολόκληρη την ημέρα νομίζεις πως

κάποιος Άγγελος σε κρατάει. Μια καλή κουβέντα λες και γεμίζει η καρδιά σου

αγαλλίαση. Νομίζεις πως βρίσκεσαι στον Παράδεισο. Γιατί όπου είναι η

βασιλεία του καλού, εκεί είναι ο παράδεισος.

Και αντίθετα. Διασκεδάζεις, τρως, πίνεις και μια σκέψη ευχάριστη δεν

έχεις. Κατήφεια και θλίψη πιάνει τον κάθε αμαρτωλό. Γιατί όσο πιο πολύ

χορταίνεις το σώμα και το διασκεδάζεις αντίθετα προς το θέλημα του Θεού,

τόσο πιο πολύ η ψυχή σου λιμοκτονεί. Και όσο πιο πολύ λιμοκτονεί τόσο πιο

πολύ διαμαρτύρεται. Και όσο πιο πολύ διαμαρτύρεται η ψυχή και κλαίει, το

κλάμα της το ακούει ολόκληρος ο άνθρωπος και χαρά πραγματική δεν

βρίσκει.

Ο Άγιος Αντώνιος δέκα οχτώ χρονών έφυγε από τον κόσμο και έγινε

καλόγηρος και πέθανε εκατόν πέντε χρονών. Σε όλη του τη ζωή δεν φάνηκε

ποτέ του σκυθρωπός. Γιατί είχε πάντοτε χαρά; Γιατί έβαλε μέσα στην καρδιά

του μόνο το θέλημα του Θεού και είπε, ότι το σώμα μπορεί να τραφεί και με το

λιγότερο. Και όταν η ψυχή είναι χαρούμενη, η επίγεια χαρά δεν μετράει.

Αληθινή ευτυχία είναι, να ξέρει ο άνθρωπος να μισεί το κακό και να αγαπάει το

καλό. Και αληθινή σοφία είναι να μπορείς να απλώνεις το χέρι σου μέσα στην

καρδιά, να αρπάζεις το κακό και να το πετάς έξω.

Λέμε «να απλώνεις το χέρι σου», γιατί για να βγάλεις το κακό από την

καρδιά σου, χρειάζεται ενέργεια δυναμική, δηλαδή η ταπείνωση της

εξομολογήσεως. Να πούμε ενώπιον του Θεού, «μέχρι τώρα στραβά

περπατούσα, από τώρα θέλω να περπατήσω σωστά». Και από εκεί και πέρα

χρειάζεται ο δυναμισμός της νηστείας, της εγκράτειας και της προσευχής.

Πρέπει να προσέξουμε ό,τι μας λέγει η σοφία του Θεού. Εάν δεν τα

προσέξουμε, εάν δεν τα φιλοσοφήσουμε, προκοπή πνευματική δεν πρόκειται

να κάνουμε. Η ζωή μας θα είναι τέτοια, που κάποια στιγμή θα πάθουμε το

φιάσκο που έπαθε ο πλούσιος την στιγμή που έλεγε: «έχεις πολλά αγαθά

κείμενα εις έτη πολλά».

Η σκέψη της Βασιλείας του Θεού, η αγάπη και η πίστη στο Χριστό, είναι

μεγαλύτερα από όλες τις σοφίες. Το πρώτο που πρέπει να εξετάσει κανείς

μέσα του είναι: «Έχω αυτές τις αρετές;» Αν όχι πρέπει με κάθε τρόπο να τις

αποκτήσω.


4Κυριακή Θ΄ Λουκᾶ. Ἄφρονος πλουσίου. 23/11/1980


Πώς βρίσκεται ο Χριστός και η Βασιλεία του Θεού; Μην ακούτε εκείνα τα

παραμύθια που λένε, ότι ο άνθρωπος έγινε σοφός και γι’ αυτό δεν χρειάζεται

την πίστη. Ο λόγος που δεν πιστεύουν οι άνθρωποι είναι η αμαρτία. Όσο πιο

πολύ είναι κάποιος βουτηγμένος στην αμαρτία, τόσο πιο πολύ δεν πιστεύει.

Και από την στιγμή που πετάει από μέσα του την αμαρτία, αρχίζει και

πιστεύει. Η αμαρτία και ιδίως, να το τονίσουμε και αυτό, τα αμαρτήματα της

σαρκός, πορνεία και μοιχεία, δεν συνταυτίζονται ποτέ με την πίστη στον

Χριστό. Όποιος κάνει τέτοιες πράξεις, δεν μπορεί να κοιτάξει τον Χριστό, ούτε

και ο Χριστός εκείνον. Και αφού υψώνεται ένα τείχος, όχι πέτρινο αλλά από

πάγο, παγώνει η ψυχή, παγώνει η διάνοια και πέφτει ο άνθρωπος σε όλες

εκείνες τις ανοησίες που έπεσε ο πλούσιος της παραβολής και κάθε άλλος

που του μοιάζει.

Ας παρακαλέσουμε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το Φως των ψυχών

μας, να μας φωτίσει, να μας αγιάσει και να μας οδηγήσει στην αληθινή πίστη

και να μας δώσει την δύναμη να εργαζόμαστε όπως πρέπει, για την ωφέλεια

των ψυχών μας και για την ωφέλεια των συνανθρώπων μας. Και μη ξεχνάμε

ότι όσο πιο καλός είναι ένας άνθρωπος, τόσο πιο πολύ φωτίζει γύρω του.

Αμήν.-

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

 2025 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 16 – ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ (Ματθ. 9, 9-13)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Ὁμιλία πού ἔγινε στίς 16/11/1980)


Μία γλυκύτατη ἱστορία


Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε σήμερα, μᾶς ἔφερε στήν μνήμη μιά

γλυκύτατη ἱστορία. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μιά μέρα πέρασε ἔξω ἀπό

ἕνα τελωνεῖο. Ἐκεῖ εἶδε ἕνα τελώνη, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν Ματθαῖος. Καί τόν

κάλεσε νά γίνει Ἀπόστολός Του, νά πάει κοντά Του. Ὄχι ἁπλῶς νά πάει κοντά

Του γιά λίγο, ἀλλά νά πάει «μιά γιά πάντα» κοντά Του. Καί ὄχι μόνο νά σταθεῖ

κοντά Του, γιά νά αἰσθανθεῖ τήν χαρά καί τήν εἰρήνη πού δίνει ὁ Χριστός, ἀλλά

καί γιά νά ἀνοίξει τό στόμα του καί νά κηρύσσει τήν ἐμπειρία του σέ ὅλο τόν

κόσμο.

Τό παράξενο εἶναι ὅτι τήν ἴδια στιγμή πού ὁ Ματθαῖος προσκλήθηκε

ἀπό τόν Χριστό, ἔκανε καί ὁ ἴδιος μιά πρόσκληση στόν Χριστό νά πάει στό

σπίτι του. Ὁ Χριστός δέχθηκε τήν πρόσκληση. Ἔγινε μιά πράξη

ἀμοιβαιότητος: Ὁ Χριστός κάλεσε τόν Ματθαῖο καί ὁ Ματθαῖος δέχθηκε τήν

πρόσκληση, καί ὁ Ματθαῖος κάνει ἄλλη πρόσκληση καί ὁ Χριστός δέχεται τήν

πρόσκληση καί πηγαίνει στό σπίτι τοῦ Ματθαίου.

Ἐκεῖ βρέθηκε σέ ἕνα ἀσυνήθιστο περιβάλλον, πού δέν τό ἤξερε οὔτε

ἀπό τήν Μητέρα Του, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, οὔτε ἀπό τούς ἄλλους μαθητές

Του, οὔτε ἀπό τό συνηθισμένο περιβάλλον τῶν ἀνθρώπων πού Τόν

περικύκλωναν καί εὑρίσκοντο συνήθως κοντά Του. Δέν βρέθηκε σέ ἕνα

περιβάλλον εὐσεβῶν καί καλῶν ἀνθρώπων, ἀλλά σέ ἕνα περιβάλλον

τελωνῶν καί ἁμαρτωλῶν. Καί ὁ Χριστός, αἰσθάνεται ἀνάμεσά τους χαρά.

Παίρνει ἀπό τήν παρουσία τους χαρά καί τούς δίνει χαρά.

Καί ἐκεῖνοι παίρνουν χαρά καί δίδουν στόν Χριστό χαρά.

Ἄφησε τά πάντα. Βρῆκε τόν Χριστό


Ἡ κλήση τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου, εἶναι μιά

σελίδα τοῦ Εὐαγγελίου πού κάτω ἀπό τήν ἁπλότητα τῆς διηγήσεως, κρύβει

ὅλο το μεγαλεῖο τῆς χάριτος καί τῆς δυνάμεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ

Χριστοῦ. Κρύβει τό μεγαλεῖο τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, διά τοῦ

ἀγαπητοῦ Του Υἱοῦ, ὁ ὁποῖος εὐδόκησε «δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν

ἡμετέραν σωτηρίαν» νά κατέλθει ἐκ τῶν οὐρανῶν καί νά γίνει ἄνθρωπος, γιά

μᾶς.

Ὁ ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ματθαῖος κατάλαβε, τί κρυβόταν μέσα

στόν Χριστό καί γι’ αὐτό, ὅταν ἄκουσε τήν φωνή Του, ἄφησε τό γραφεῖο του,

ἄφησε τήν θέση του πού ἦταν ἐπιφανής καί ὑψηλή, ἄφησε ὅλα του τά ἀγαθά,

καί ἀκολούθησε τόν Χριστό. Ὅταν ἀκοῦμε ἐμεῖς τά λόγια «ἄφησε τά ἀγαθά

του», φανταζόμαστε ὅτι ὁ ἄνθρωπος φτώχυνε. Ἀλλά ὁ Ματθαῖος δέν φτώχυνε.

Τήν στιγμή πού πῆγε στόν Χριστό κοντά, πλούτισε! Πλούτισε «πλοῦτον

ἀναφαίρετον». Θησαυρούς πού οὔτε ὁ σκόρος, οὔτε ἡ σκουριά, οὔτε οἱ

κλέφτες, οὔτε κανένας δέν μπορεῖ νά τούς καταστρέψει καί νά τούς ἀφαιρέσει.


2Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος. 16/11/1980

Ὁ πρῶτος μεγάλος πλοῦτος ἦταν ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη πού δοκίμασε

στήν ψυχή του· χαρά καί εἰρήνη γιά πάντα!

Ἕνας ἄλλος, μεγαλύτερος πλοῦτος ἦταν ἡ χάρη καί ἡ δωρεά τοῦ Ἁγίου

Πνεύματος, πού τόν ἔκανε, ἐπάνω στήν γῆ, τέκνο τοῦ ἐπουρανίου Πατρός καί

τόν ὁδήγησε, ἐν δόξῃ, στήν μακαριότητα τῆς Βασιλείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν

Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος».

Πόσο ἡ ἱστορία τῆς κλήσεως τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ματθαίου, εἶναι

διδακτική γιά τήν σημερινή ἐποχή! Πού οἱ ἄνθρωποι φαντάζονται ὅτι θά βροῦν

χαρά καί εἰρήνη καί εὐτυχία μακριά ἀπό τόν Χριστό καί ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία.

Καί τό ἀποτέλεσμα;

Ἕνα πελαγοδρόμημα, μιά ταλαιπωρία, μιά ἀναζήτηση, ἕνα ψάξιμο

μέσα στό σκοτάδι, πού τό μόνο πού μένει εἶναι ἡ λαχτάρα καί ἡ ἀγωνία,

μήπως καί βροῦν λίγη χαρά. Ἀλλά κάθε μέρα κλείνει μέ τήν ἀπογοήτευση ὅτι

δέν βρέθηκε καί δέν ἀποκτήθηκε, οὔτε χαρά, οὔτε εἰρήνη, οὔτε εὐτυχία.

Ἔτσι, καταντάει ὁ ἄνθρωπος, νά ψάχνει νά βρεῖ πηγή εἰρήνης, χαρᾶς,

ἀνθρωπιᾶς, εὐτυχίας, σέ πηγές καί σέ πηγάδια, πού ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή

δέν ἔχουν νερό. Δηλαδή σέ βιβλία, σάν τά βιβλία τῆς σημερινῆς ἐποχῆς·

φιλοσοφίες.

Θά βροῦμε, λένε, τήν χαρά καί τήν εὐτυχία στήν φιλοσοφία τοῦ Σάρτρ,

τοῦ Καμύ ἤ κάποιου ἄλλου. Καί ἄν κάποιος καινούργιος ἔγραψε κάτι,

διαβάστε το μήπως καί βρεῖτε κάτι καλλίτερο. Καί ἀσχολεῖται, ὁ ταλαίπωρος ὁ

κόσμος, μέ καινούργιους τρόπους ζωῆς, βιοθεωρίες ὅπως τίς λένε καί μέ

καινούργιες φιλοσοφίες ἀνθρώπων.


Τό δίδαγμα τοῦ Τολστόι


Ἕνας ἀπό τούς συγγραφεῖς πού ἔγραψαν πραγματικά ὡραῖα

πράγματα, γιά τήν ἐπίγεια ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἦταν ὁ περίφημος Ρῶσος

συγγραφεύς Λέων Τολστόι. Ὅταν διαβάζει κανείς τά βιβλία του, τά βρίσκει

γεμάτα ἀπό πόθο γιά καλοσύνη, γιά ἀνθρωπιά, γιά λαχτάρα γιά τήν εἰρήνη,

γιά τήν ἀγάπη, γιά τήν φιλανθρωπία, γιά τήν συμπόνια, γιά τήν δικαιοσύνη,

γιά ὅλες τίς ἀρετές. Καί τά ἔχει τόσο δυνατά γραμμένα πού μερικές φορές

κυριολεκτικά συναρπάζουν.

Τότε πού ζοῦσε ἀκόμη ὁ Λέων Τολστόι, ἕνας ἄνθρωπος, πού

κατοικοῦσε σέ μιά πολύ μακρινή χώρα ἀπό τήν Ρωσία, ζωγράφος ἦταν,

ἐπειδή ἡ ζωή του ἦταν μιά ταλαιπωρία καί δυστυχία, σκέφτηκε:

«Ἐδῶ πέντε σελίδες διαβάζω ἀπό τά βιβλία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί

βλέπω τήν ἀληθινή ζωή. Θά πάω νά τόν γνωρίσω. Νά ἀκούσω λόγια ἀπό τό

στόμα του. Φαντάσου τί πλοῦτο θά ἀποκτήσω!»

Πούλησε, λοιπόν, τά ὑπάρχοντά του καί ξεκίνησε γιά τήν Ρωσία.

Πῆγε, καί βρῆκε τόν Τολστόι στήν Γιάσναγια Πολιάνα, πού ἔμενε.

Πλησίασε δειλά-δειλά στό ἀρχοντικό του, τρέμοντας καί χτύπησε τήν πόρτα.

Ἄνοιξε κάποιος ὑπηρέτης, τόν ἔμπασε μέσα καί περίμενε μέ φόβο νά τόν

πάρουν καί νά τόν ὁδηγήσουν σέ κάποιο ἥσυχο δωμάτιο πού θά καθόταν,

ἔτσι φανταζόταν, γεμάτος γαλήνη ὁ περίφημος συγγραφέας. Ἀλλά ξαφνικά

βλέπει τόν Τολστόι νά κατεβαίνει τρέχοντας τήν σκάλα, κρατώντας τό κεφάλι

του νευριασμένος καί μέ μιά ἔκφραση γεμάτη ταραχή καί ἀγωνία.

Τόν χαιρέτησε ὁ ζωγράφος καί τοῦ εἶπε:

-Ἦρθα νά σᾶς γνωρίσω

-Καλῶς ὅρισες. Τί θέλεις ἀπό μένα;


3Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος. 16/11/1980


Τοῦ λέει:

-Ζητάω χαρά καί παρηγορία. Διαβάζω τά βιβλία σου καί βλέπω αὐτές

τίς ὑπέροχες ἰδέες, ἔκφραση τοῦ ἐσωτερικοῦ σου κόσμου. Καί ἦρθα νά σέ

γνωρίσω, γιά νά πάρω φῶς στήν ψυχή μου ἀπό τό φῶς τῆς ψυχῆς σου, γιά

νά πάρω παρηγορία.

Καί ὁ Τολστόι πού ἐκείνη τήν στιγμή βρισκόταν σέ μιά φοβερή

ἐσωτερική ταραχή, ἀπό τίς οἰκογενειακές του περιπέτειες, γιατί δέν εἶχε ποτέ

στό σπίτι του γαλήνη καί εἰρήνη, τοῦ ἀπάντησε:

-Ἄκουσε νά σοῦ πῶ, ἀγαπητέ μου. Ἐμεῖς μποροῦμε νά γράφουμε

ὄμορφα βιβλία μέ ὡραῖες ἰδέες. Καί ἅμα θέλεις, μπορῶ νά σοῦ κάνω καί

κανένα αὐτόγραφο, μιά ἀφιέρωση. Ἀλλά αὐτό πού γυρεύεις, χαρά, εἰρήνη καί

παρηγορία, ἄσε με πρῶτα νά τό βρῶ ἐγώ, καί μετά νά σοῦ τό δώσω. Δέν ἔχω,

παιδάκι μου τέτοια πράγματα. Δέν ξέρω τί σημαίνει ἡ λέξη «εἰρήνη» καί δέν

ἔχω αἰσθανθεῖ ἐγώ ὁ ἴδιος, παρηγοριά.

Ἀναφέραμε τόν Τολστόι, γιατί εἶναι ὁ συγγραφέας πού μίλησε πιό πολύ

ἀπό ὅλους στόν κόσμο, γιά αὐτές τίς ὡραῖες ἀρετές, πού συγκινοῦν ὅλες

ἀνεξαιρέτως τίς ψυχές, ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς ἀνθρώπους, μικρούς καί

μεγάλους, ὑψηλούς καί ταπεινούς, πλούσιους καί φτωχούς, νέους καί γέρους.

Πολλοί πίστεψαν ὅτι ἀπό τήν ἀνάγνωση τῶν βιβλίων του, θά γεμίσει ὁ κόσμος

ἀπό τίς ἀρετές πού περιγράφει. Ἀλλά οὔτε ὁ ἴδιος δέν εἶχε νά πάρει τίποτε

ἀπό τά βιβλία του.


Πῆρε καί ἔδωσε τό φῶς

Αὐτός εἶναι ὁ κόσμος. Καί αὐτοί εἶναι οἱ ἄνθρωποι.

Λυχνάρια σβηστά, πηγάδια χωρίς νερό, βρύσες πού ὅσο καί νά τίς

γυρίζεις δέν θά στάξουν οὔτε μιά σταγόνα. Τό φῶς τοῦ κόσμου εἶναι ὁ

Χριστός. Καί φῶς μποροῦν νά γίνουν μόνο ἄνθρωποι πού πᾶνε κοντά στόν

Χριστό καί παίρνουν φῶς ἀπό τό φῶς Του.

Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ματθαῖος δέν πῆρε μόνο φῶς,

ἀλλά ἔγινε καί φωτοδότης, Εὐαγγελιστής καί διδάσκαλος τῆς ἀληθείας.

Ἐπέστρεψε στήν ἀλήθεια πολύ κόσμο. Βρῆκαν κοντά του, χαρά, εἰρήνη,

παρηγορία καί εὐτυχία χιλιάδες ἄνθρωποι. Καί ἐξακολουθοῦν καί βρίσκουν

χαρά καί εὐτυχία δισεκατομμύρια ἄνθρωποι μέχρι σήμερα, διαβάζοντας τό

ὡραιότατο Εὐαγγέλιό του.

Νά, τό μήνυμα, πού μᾶς δίδει ἡ σημερινή ἑορτή, ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου

Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου. Χαρά, εἰρήνη, παρηγορία, καί

εὐτυχία, βρίσκονται μόνο κοντά στόν Χριστό.

Εἴμαστε χριστιανοί. Καί συγκεντρωθήκαμε, στήν ἁγία αὐτή ἐκκλησία,

γιά νά πάρομε περισσότερο φῶς, ἀπό τήν ἀστείρευτη πηγή τοῦ Χριστοῦ, γιά

νά φωτίσει καί νά ἀναπλάσσει τή ζωή μας.

Ἀναφέρει ἡ ἱστορία, ὅτι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος εἶδε στό στράτευμα του

ἕνα στρατιώτη φοβερά δειλό. Ἔτρεμε τόν ἴσκιο του.

Τόν πλησίασε καί τοῦ εἶπε:

-Βρέ παιδάκι μου, τί συμπεριφορά εἶναι αὐτή;

Ἐκεῖνος ἄρχισε νά τρέμει περισσότερο, πού εἶδε μπροστά του τόν

ἔνδοξο στρατηλάτη.

Τοῦ λέει ὁ Ἀλέξανδρος:

-Πῶς σέ λένε;

- Ἀλέξανδρο, ἀπαντάει ἐκεῖνος.


4Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος. 16/11/1980


Καί ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος τοῦ εἶπε:

-Κοίταξε παιδί μου, ἤ συμπεριφορά νά ἀλλάξεις ἤ ὄνομα.

Καί ἐμεῖς πρέπει νά πᾶμε κοντά στόν Χριστό, γιά νά πάρομε τό φῶς

Του.

Γιατί ἄν εἶναι νά μένουμε ἁπλά στό στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ, χωρίς τό

φῶς τοῦ Χριστοῦ καί χωρίς τήν δύναμη τήν ὁποία δίνει ὁ Χριστός καί ἡ χάρη

Του στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, καλλίτερα θά ἦταν νά σκεφτοῦμε νά

ἀλλάξουμε τό ὄνομα. Νά μήν λεγόμαστε χριστιανοί καί δίνουμε κακό

παράδειγμα στούς ἄλλους μέ τά ἔργα μας.

Ὁ Χριστός εἶναι ἀστείρευτος. Ὅσοι Τόν πλησιάζουν θά τήν βροῦν τήν

χαρά καί τήν εἰρήνη καί τήν εὐτυχία. Ἀμήν.-

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

 2025 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 9 – ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ ΛΟΥΚΑ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ ΙΑΕΙΡΟΥ (Λουκ. 8, 41-56)


†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Κήρυγμα στο Μιχαλίτσι, στις 8/11/1998)

Για τον Χριστό δεν υπάρχει θάνατος


Όταν διαβάζεται το Ευαγγέλιο, πρέπει να το ακούμε όχι μόνο με τα

αυτιά του σώματος, αλλά κυρίως με τα αυτιά της καρδιάς. Να μην το

αφήνουμε δηλαδή να περνά σαν κάποιος ήχος, όπως ακούμε να κελαηδά ένα

πουλί, αλλά να επιδιώκουμε να μπει μέσα στην καρδιά μας και να γίνει πηγή

ζωής.

Σήμερα ακούσαμε ότι συνάντησε τον Χριστό ένας αρχισυνάγωγος.

Ένας ανώτερος κληρικός των Εβραίων. Τον προσκύνησε και του είπε:

-Κύριε, λυπήσου με. Η κόρη μου, δώδεκα χρονών, είναι άρρωστη στο

κρεβάτι. Πεθαίνει. Αν μπορείς, έλα κοντά μου.

Ο Χριστός του απάντησε:

-Μη φοβάσαι. Θα ‘ρθώ.

Όμως καθυστέρησε ο Χριστός, γιατί θεράπευσε στον δρόμο και μια

αιμορροούσα γυναίκα, και εν τω μεταξύ το κορίτσι πέθανε. Έτσι τον

ειδοποίησαν να μην πάει, γιατί δεν είχε πλέον νόημα.

Αλλά ὁ Χριστός πηγαίνοντας στο σπίτι, τους λέει:

-Μη κλαίτε. Κοιμάται, δεν πέθανε.

Όταν άκουσαν τα λόγια αυτά οι άνθρωποι, γελούσαν εις βάρος τού

Χριστού. Γιατί ήξεραν ότι πέθανε. Όπως και μείς, όταν πεθάνει ένας

άνθρωπος, το ξέρουμε ότι πέθανε και το βλέπουμε ότι πέθανε. Αν μας πει

κανείς ότι δεν πέθανε, χάνουμε το πένθος που είχαμε και αντί να κλαίμε

γελάμε εις βάρος του. Έτσι γελούσαν και οι Εβραίοι εις βάρος τού Χριστού.

Αλλά ο Χριστός τους έβγαλε όλους αυτούς έξω, μπήκε μέσα μαζί με τους τρεις

μαθητές Του, τον πατέρα και την μητέρα τής πεθαμένης κοπέλλας, άπλωσε το

χέρι Του, την έπιασε από το χέρι και είπε:

-Κορίτσι, σήκω.

Και η κοπέλλα ανεκάθισε και πετάχτηκε επάνω. Γιατί ο Χριστός είναι

ζωή και πηγή ζωής. Αυτή τη ζωή έδωσε στο Λάζαρο, στην κόρη του Ιαείρου

και στον γυιό της χήρας της Ναΐν, για να μας αποδείξει ότι γι’ αυτόν, για την

δύναμή Του, δεν υπάρχει θάνατος.

Για μας όμως υπάρχει θάνατος. Πεθαίνουμε ένας-ένας και φεύγουμε. Ο

θάνατος είναι η οδυνηρότερη και χειρότερη απώλεια.

Όταν χάσεις λίγα χρήματα, έχεις την ελπίδα ότι θα τα βρεις. Ακόμα και

την υγεία σου αν χάσεις, έχεις την ελπίδα ότι θα ξαναγίνεις καλά. Όσα και να

χάσεις από τα επίγεια, υπάρχει ελπίδα να τα αντικαταστήσεις ή να τα

αποκαταστήσεις. Όταν όμως έρχεται ο θάνατος, μιλάμε για γενική απώλεια.

Τα χάνουμε όλα. Δεν μένει τίποτε. Λέει ένα τροπάριο της κηδείας: «Επελθών

γαρ ο θάνατος ταύτα πάντα εξηφάνισται».

Και αν έχεις σπίτι; Είχες! Δεν έχεις πια. Και αν έχεις αυτοκίνητο; Είχες.

Δεν έχεις πια. Και αν έχεις εκατομμύρια; Είχες. Δεν έχεις πια.

Γι’ αυτό, όταν πεθάνει κάποιος δικός μας, θρηνούμε. Κλαίει όλη η

γειτονιά. Κανένας δεν θέλει να γελάσει εκείνη την ημέρα. Όλοι έχουν την


2Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ. Ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου. 8/11/1998

καρδιά βαριά γιατί ο θάνατος είναι απώλεια και χωρισμός. Μπορεί να υπάρξει

κάτι χειρότερο;


Ναι, υπάρχει κάτι χειρότερο!


Ο ζωοποιός λόγος του Θεού απαντά: Ναι, υπάρχει! Είναι η αμαρτία.

Πρόκειται για ένα άλλο θάνατο, χειρότερο από τον θάνατο του

σώματος. Γιατί ο θάνατος του σώματος θα αναπληρωθεί την ημέρα που θα

‘ρθεί ο άγγελος, κατά την δευτέρα Παρουσία, και θα σαλπίσει. Και θα γίνει

εκείνο που λέμε: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος

αιώνος». Τότε θα αναστηθούν οι νεκροί. Θα τους φτιάξει ο Θεός καινούργιο

σώμα. Πιο υγιές, πιο γερό, πιο άγιο, πιο πνευματικό. Και θα πάρουν πάλι

ζωή. Θα αποκατασταθούν τα σώματα.

Αλλά η αμαρτία φέρνει ένα μεγάλο κακό: Τον θάνατο της ψυχής. Τι

σημαίνει «θάνατος της ψυχής»; Παράδειγμα:

• Ένας άνθρωπος δεν έχει όρεξη και δεν θέλει να πάει στην Εκκλησία,

που είναι η αληθινή ζωή. Του αρέσει να πηγαίνει στο καφενείο, στην ταβέρνα

και αλλού. Στην Εκκλησία δεν μπορεί να σταθεί. Δεν είναι πεθαμένος

πνευματικά, ψυχικά;

• Διαβάζει εφημερίδες και περιοδικά. Αλλά Ευαγγέλιο, βίο αγίου, βιβλίο

εκκλησιαστικό και να του το βάζεις μπροστά του, δεν θέλει να το ανοίξει. Δεν

είναι μια μαρτυρία ότι η ψυχή του δεν πάει καλά;

• Να του πεις να κάνει προσευχή, ούτε να το ακούσει. Τραγούδια, όσα

θέλεις λέει. Βρωμόλογα και αισχρά ανέκδοτα, όσα θέλεις λέει. Δεν είναι

φανερό ότι η ψυχή αυτού του ανθρώπου δεν πάει καλά;

• Ελεημοσύνη και καλωσύνη σε φτωχό και σε πονεμένο δεν έχει όρεξη

να κάνει. Για ένα βραδινό γλέντι, όμως, σπαταλάει όσα έχει η τσέπη του. Δεν

είναι φανερό ότι ο άνθρωπος αυτός δεν πάει καλά ψυχικά;

Μήπως όμως αυτά θυμίζουν κάτι από τον εαυτό μας; Αν ναι, τότε

πρέπει να σκεφθούμε ότι η ψυχή μας «δεν πάει καλά». Ο Χριστός ανέστησε

την κόρη του Ιαείρου και άλλους σωματικά νεκρούς, γιατί είναι ζωή και

ζωοποιός, πηγή ζωής και ανάσταση. Τους ανέστησε, για να μας πει ότι έτσι

θέλει να αναστήσει και τις νεκρωμένες ψυχές μας. Γιατί άμα η ψυχή μείνει

πεθαμένη, όταν αναστηθεί την ημέρα της δευτέρας Παρουσίας ο άνθρωπος,

στην κόλαση θα πάει. Αν όμως αναστηθούμε πνευματικά και θεραπευθούμε

ψυχικά, έχουμε ελπίδα ζωής αιωνίου.


Ανάνηψε, ψυχή μου!


Λησμονούμε τις αμαρτίες μας, όσο είμαστε υγιείς; Σκεπτόμαστε να

μετανοήσουμε στα γεράματα; Τι μεγαλύτερο κρίμα να θυμάσαι οτιδήποτε άλλο

και να μη θυμάσαι τις αμαρτίες σου και την χάρη του Κυρίου μας; Να θυμάσαι

οποιαδήποτε λεπτομέρεια από τη ζωή σου, και να μη θυμάσαι τη ζωή της

ψυχής σου; Γι’ αυτό λέμε ότι έχουμε ανάγκη να δούμε το μυστήριο του

θανάτου με το φως του Χριστού. «Ότι παρά σοί πηγή ζωής Κύριε, εν τω φωτί

σου οψόμεθα φως». Μόνο σε σένα Κύριε, είναι η πηγή της ζωής και πρέπει να

ερχόμαστε κοντά σου ώστε «εν τω φωτί σου» να δούμε φως. Μόνο όταν

βλέπουμε εσένα και είναι τα μάτια μας ανοιχτά για σένα και η καρδιά μας

ανοιχτή για σένα, θα δούμε το φως της ζωής.


3Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ. Ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου. 8/11/1998

Για να φθάσουμε εκεί, τι πρέπει να κάνουμε; Λέει ένα τροπάριο:

«Ανάνηψον ουν ψυχή μου ίνα φείσηταί σου Χριστός ο Θεός. Ψυχή μου, ψυχή

μου, ανάστα τι καθεύδεις; Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι». Και θα

πέσεις σε μεγάλη ταραχή. «Ανάνηψον ουν. Ανάνηψον». Για να σε λυπηθεί ο

Χριστός.

Ένας παπάς, πήγε σ’ ένα χωριό να κοινωνήσει μια γερόντισσα, η

οποία ήταν όλη της τη ζωή κωφάλαλη. Ούτε στην Εκκλησία πήγαινε πολλές

φορές, ούτε να κοινωνεί είχε μάθει, ούτε μπορούσε να συνεννοηθεί με

κανέναν. Την βρίσκει ο παπάς και της κάνει νόημα:

-Θέλεις να κοινωνήσεις;

Απάντησε:

-Ναι, παπούλη, βεβαίως θέλω.

-Πιστεύεις στον Χριστό;

Της το είπε, επειδή δεν την έβλεπε στην Εκκλησία. Απαντάει εκείνη:

«Πιστεύω εις ένα Θεόν...». Και λέει ολόκληρο το «Πιστεύω». Η κωφάλαλη!

Όταν τελείωσε το «Πιστεύω», την κοινώνησε, έκανε τον Σταυρό της και

κοιμήθηκε γεμάτη ειρήνη και χαρά. Λένε στον παπά οι χωριανοί:

-Ήταν κωφάλαλη παπούλη, μα όταν την ρώτησες αν θέλει να

κοινωνήσει μίλησε. Και όταν της είπες για τον Χριστό άνοιξε το στόμα της και

είπε το «Πιστεύω».

Τι σημαίνει αυτό; Έγινε θαύμα στο πλησίασμα του Χριστού.

Το αμπέλι περιμένει. Ο θάνατος, όχι!


Ένας άλλος παπάς λεγόταν Σεβήρος. Πάει ένας άνθρωπος και του

λέει:

-Σε παρακαλώ, παπούλη, τρέξε να κοινωνήσουμε τον πατέρα μου.

Πεθαίνει.

Του λέει ο παπάς:

-Προχώρα και έρχομαι.

Κλάδευε το αμπέλι του εκείνη την στιγμή. Και σκέφθηκε: «Ας

αποτελειώσω το αμπέλι. Είναι ανάγκη να πάω αμέσως;». Και συνέχισε το

κλάδεμα. Του φωνάζει ο άνθρωπος.

-Παπούλη, ο πατέρας μου πεθαίνει, σου λέω. Τρέξε.

-Καλά παιδί μου, πήγαινε και έρχομαι.

Έφυγε εκείνος και συνέχισε ο παπάς το κλάδεμα. Μα όταν τελείωσε και

πήγε στο σπίτι, βρήκε τον άνθρωπο πεθαμένο.

-Παπούλη, άργησες!

Τότε ο ιερέας συναισθάνθηκε τι είχε κάνει και θρηνώντας έλεγε στον

εαυτό του:

-Ταλαίπωρε, σου ζήτησε ένας άνθρωπος την πηγή της ζωής, τον

Χριστό, και συ προτίμησες να κλαδεύεις το αμπέλι σου;

Από τότε πέρασε την υπόλοιπη ζωή του κλαίγοντας και ζητώντας

συγχώρηση από τον Χριστό για την μεγάλη αυτή παράλειψη του, να αφήσει

να φύγει χωρίς την δύναμη και τον αγιασμό του Σώματος και του Αίματος του

Χριστού ένας άνθρωπος.

Γιατί την λέμε την ιστορία; Δεν είναι μόνο για τον παπά η ιστορία. Είναι

και για μας. Που πρέπει σε ανάλογες περιπτώσεις να ειδοποιούμε τον παπά

και να του λέμε:


4Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ. Ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου. 8/11/1998

-Τρέξε, παπούλη, και άφησε ό,τι και αν κάνεις. Τρέξε όσο μπορείς πιο

γρήγορα.

Γιατί; Γιατί ο θάνατος δεν περιμένει. Συμβαίνει ό,τι γίνεται σε ένα

αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Από την στιγμή που τράκαραν τα αυτοκίνητα,

άντε μετά να βρεις διόρθωση... Έτσι και όταν έλθει το τέλος του θανάτου, δεν

υπάρχουν περιθώρια για τίποτε.

Γι’ αυτό στα θέματα αυτά που έχουν να κάνουν με την αιώνια ζωή δεν

χρειάζεται ούτε αναμονή, ούτε αναβολή, ούτε πολύ περισσότερο ματαίωση.

Αμήν.-