Τρίτη 1 Απριλίου 2025

 


Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος

Ο Χριστός δακρύζει μπροστά στο μνήμα του φίλου Του, του Λάζαρου…από την ελάχιστη εκείνη στιγμή των δακρύων αναδύεται στην ιστορία μια μοναδική μεταλλαγή της καθιερωμένης θρησκευτικής προσέγγισης του θανάτου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο σκοπός της θρησκείας συνίστατο στο να κάνει τον άνθρωπο ικανό να συμβιβαστεί με το θάνατο, παρουσιάζοντάς τον ως απελευθέρωση από την καταπίεση του σώματος και των βασάνων…ως αφετηρία της αιώνιας ζωής.

Όμως ο Χριστός δακρύζει μπροστά στο μνημείο του φίλου Του και μ’ αυτήν την πράξη αποκαλύπτει τη δική Του πάλη με το θάνατο, την άρνησή Του να αγνοήσει το θάνατο και να συμβιβαστεί μοιρολατρικά μαζί του. Αναγνωρίζεται ως εχθρός: “Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος”.

Την πηγή της νέας αυτής προσέγγισης του θανάτου συναντούμε σε μια μικρή φράση της Αγίας Γραφής: “ο θεός θάνατον ουκ εποίησεν ουδέ τέρπεται επ’ απωλεία ζώντων”. Αυτό σημαίνει πως υπάρχει στον κόσμο μία δύναμη που δεν έχει τη ρίζα της στο Θεό. Μια δύναμη που Εκείνος δεν δημιούργησε και στην οποία δεν συναινεί.

Ο Θεός δημιούργησε τη ζωή. Παντού και πάντοτε ο Ίδιος ονομάζεται Ζωή και Δωρεοδότης της ζωής. Θα μπορούσε κανείς να θέσει το θέμα ως εξής: ο θάνατος είναι η άρνηση του Θεού. Αν ο θάνατος είναι “φυσιολογική” κατάσταση, αν είναι η απώτατη αλήθεια για τη ζωή, τότε δεν υπάρχει Θεός, όλη η ιστορία για τη Δημιουργία, τη χαρά και το φως της ζωής είναι ένα ψέμα.

Συνεπώς, το πιο ουσιαστικό ερώτημα είναι το πώς και από πού προέκυψε ο θάνατος. Τί είναι αυτό που τον έκανε ισχυρότερο της ζωής;

Στο ερώτημα αυτό ο Χριστιανισμός απαντά μέσα από τα λόγια του αποστόλου Παύλου: o θάνατος εισήλθε στον κόσμο “δια της αμαρτίας”.

Ο κόσμος είναι μια αέναη αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Είναι ο τόπος της αδιάκοπης, ελεύθερης και χαρμόσυνης συνάντησης του ανθρώπου με τη μόνη αληθινή ζωή, το Θεό.

Όμως, η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι ο άνθρωπος δεν θέλησε τη ζωή με το Θεό και για το Θεό. Ο άνθρωπος θέλησε τη ζωή για τον εαυτό του. Βρήκε τον προορισμό, το σκοπό και το περιεχόμενο της ζωής του στον εαυτό του. Και μ’ αυτήν την την ελεύθερη επιλογή του εαυτού του και όχι του Θεού, ο άνθρωπος χωρίς να το καταλάβει υποδουλώθηκε στον κόσμο, έγινε σκλάβος της ίδιας του της εξάρτησης από τον κόσμο…με τον τρόπο αυτό μετέχει στη θνητότητα(…)

(Απόσπασμα από το βιβλίο: “Έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος” – πατήρ Αλέξανδρος Σμέμαν)

    Ε   ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΝΗΣΤΕΙΩΝ  

   


ΤΕΤΑΡΤΗ 2 ΑΠΡΙΛΙΟΥ   ΄΄ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΥ Μ. ΚΑΝΟΝΟΣ 7 μμ 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 4 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΄΄ ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ 7.30 μμ


Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

    Δ   ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΝΗΣΤΕΙΩΝ  

   ΤΡΙΤΗ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ ΟΡΘΡΟΣ -Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ- ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ 7.00-10.00πμ


ΤΕΤΑΡΤΗ 26 ΜΑΡΤΙΟΥ    ΄΄ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ  7.30-9.00 ΠΡΩΙΝΗ 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 28 ΜΑΡΤΙΟΥ ΄΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ  6 ΄΄30 μμ


Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025

 


                                Γ    ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΝΗΣΤΕΙΩΝ  

   


ΤΕΤΑΡΤΗ 19 ΜΑΡΤΙΟΥ    ΄΄ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ  6 μμ 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ ΄΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ  6 ΄΄30 μμ


Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

 


                                Β     ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΝΗΣΤΕΙΩΝ  

   


ΤΕΤΑΡΤΗ 12 ΜΑΡΤΙΟΥ    ΄΄ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ  6 μμ 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 14 ΜΑΡΤΙΟΥ ΄΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ  6 ΄΄30 μμ


Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2025

 




                                Α     ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΝΗΣΤΕΙΩΝ  

   


ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΜΑΡΤΙΟΥ    ΄΄ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ Θ.ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ  7΄΄30  ΠΡΩΙΝΗ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 7 ΜΑΡΤΙΟΥ ΄΄ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ  6 ΄΄30 μμ

ΣΑΒΒΑΤΟ  8 ΜΑΡΤΙΟΥ  Θ .ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ 7-9 πμ


 

smem1Όταν κάποιος ξεκινάει για ένα ταξίδι θα πρέπει να ξέρει πού πηγαίνει. Αυτό συμβαίνει και με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω απ’ όλα η Μεγάλη Σαρακοστή είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα, «η Εορτή Εορτών». Είναι η προετοιμασία για την «πλήρωση του Πάσχα, που είναι η πραγματική Αποκάλυψη». Για το λόγο αυτό θα πρέπει να αρχίσουμε με την προσπάθεια να καταλάβουμε αυτή τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη Σαρακοστή και το Πάσχα, γιατί αυτή αποκαλύπτει κάτι πολύ ουσιαστικό και πολύ σημαντικό για τη Χριστιανική πίστη και ζωή μας.
Άραγε είναι απαραίτητο να εξηγήσουμε ότι το Πάσχα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια γιορτή, πολύ πέρα από μια ετήσια ανάμνηση ενός γεγονότος που πέρασε; Ο καθένας που, έστω και μια μόνο φορά, έζησε αυτή τη νύχτα «τη σωτήριο, τη φωταυγή και λαμπροφόρο», που γεύτηκε εκείνη τη μοναδική χαρά, το ξέρει αυτό.
Αλλά τι είναι αυτή η χαρά; Γιατί ψέλνουμε στην αναστάσιμη λειτουργία: «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια»; Με ποια έννοια «εορτάζομεν» - καθώς ισχυριζόμαστε ότι το κάνουμε – «θανάτου την νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής της αιωνίου απαρχήν...»;
Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις η απάντηση είναι: η νέα ζωή η οποία πριν από δυο χιλιάδες περίπου χρόνια «ανέτειλεν εκ του τάφου», προσφέρθηκε σε μας, σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο Χριστό. Μάς δόθηκε τη μέρα που βαπτιστήκαμε, τη μέρα δηλαδή που όπως λέει ο Απ. Παύλος: «...συνετάφημεν ουν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4).[...]

Μήπως όμως δε χάνουμε πολύ συχνά και δεν προδίνουμε αυτή τη «νέα ζωή» που λάβαμε σαν δώρο, και στην πραγματικότητα ζούμε σαν να μην αναστήθηκε ο Χριστός και σαν να μην έχει νόημα για μάς αυτό το μοναδικό γεγονός; Και όλα αυτά εξαιτίας της αδυναμίας μας, της ανικανότητάς μας, και ζούμε σταθερά με «πίστη, ελπίδα και αγάπη» στο επίπεδο εκείνο που μάς ανέβασε ο Χριστός όταν είπε: «Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού». Απλούστατα εμείς ξεχνάμε όλα αυτά γιατί είμαστε τόσο απασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στις καθημερινές έγνοιες μας και ακριβώς επειδή ξεχνάμε, αποτυχαίνουμε. Μέσα σ’ αυτή τη λησμοσύνη, την αποτυχία και την αμαρτία η ζωή μας γίνεται ξανά «παλαιά», ευτελής, σκοτεινή και τελικά χωρίς σημασία, γίνεται ένα χωρίς νόημα ταξίδι για ένα χωρίς νόημα τέρμα. Καταφέρνουμε να ξεχνάμε ακόμα και το θάνατο και τελικά, εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα στις «απολαύσεις της ζωής» μάς έρχεται τρομακτικός, αναπόφευκτος, παράλογος. Μπορεί κατά καιρούς να παραδεχόμαστε τις ποικίλες «αμαρτίες» μας και να τις εξομολογούμαστε, όμως εξακολουθούμε να μην αναφέρουμε τη ζωή μας σ’ εκείνη τη νέα ζωή που ο Χριστός αποκάλυψε και μάς έδωσε. Πραγματικά ζούμε σαν να μην ήρθε ποτέ Εκείνος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αμαρτία, η αμαρτία όλων των αμαρτιών, η απύθμενη θλίψη και τραγωδία όλων των κατ’ όνομα χριστιανών.
Αν το αναγνωρίζουμε αυτό, τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι το Πάσχα και γιατί χρειάζεται και προϋποθέτει τη Μεγάλη Σαρακοστή. Γιατί τότε μπορούμε να καταλάβουμε ότι η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας και όλος ο κύκλος των Ακολουθιών της υπάρχουν, πρώτα απ’ όλα, για να μάς βοηθήσουν να ξαναβρούμε το όραμα και την γεύση αυτής της νέας ζωής, που τόσο εύκολα χάνουμε και προδίνουμε, και ύστερα να μπορέσουμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην Εκκλησία. Πώς είναι δυνατόν να αγαπάμε και να επιθυμούμε κάτι που δεν το ξέρουμε; Πώς μπορούμε να βάλουμε πάνω από καθετί άλλο στη ζωή μας κάτι που ποτέ δεν έχουμε δει και δεν έχουμε χαρεί; Με άλλα λόγια: πώς μπορούμε, πώς είναι δυνατόν να αναζητήσουμε μια Βασιλεία για την οποία δεν έχουμε ιδέα; Η λατρεία της Εκκλησίας ήταν από την αρχή και είναι ακόμα και τώρα η είσοδος και η επικοινωνία μας με τη νέα ζωή της Βασιλείας. Και στο κέντρο της λειτουργικής ζωής, σαν καρδιά της και μεσουράνημά της – σαν ήλιος που οι ακτίνες του διαπερνούν καθετί - είναι το Πάσχα. Το Πάσχα είναι η πόρτα, ανοιχτή κάθε χρόνο, που οδηγεί στην υπέρλαμπρη Βασιλεία του Χριστού, είναι η πρόγευση της αιώνιας χαράς που μάς περιμένει, είναι η δόξα της νίκης η οποία από τώρα, αν και αόρατη, πλημμυρίζει όλη την κτίση: «νικήθηκε ο θάνατος».
Ολόκληρη η λατρεία της Εκκλησίας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα, γι’ αυτό και ο λειτουργικός χρόνος, δηλαδή η διαδοχή των εποχών και των εορτών, γίνεται ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα στο Πάσχα, που είναι το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι η Αρχή. Είναι το τέλος όλων αυτών που αποτελούν τα «παλαιά» και η αρχή της «νέας ζωής», μια συνεχής «διάβαση» από τον «κόσμο τούτο» στην Βασιλεία που έχει αποκαλυφτεί «εν Χριστώ».
Παρ’ όλα αυτά η «παλαιά» ζωή, η ζωή της αμαρτίας και της μικρότητας, δεν είναι εύκολο να ξεπεραστεί και ν’ αλλάξει. Το Ευαγγέλιο περιμένει και ζητάει από τον άνθρωπο να κάνει μια προσπάθεια η οποία, στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα ο άνθρωπος, είναι ουσιαστικά απραγματοποίητη. Αντιμετωπίζουμε μια πρόκληση. Το όραμα, ο στόχος, ο τρόπος της νέας ζωής είναι για μάς μια πρόκληση που βρίσκεται τόσο πολύ πάνω από τις δυνατότητές μας.
Γι’ αυτό, ακόμα και οι Απόστολοι, όταν άκουσαν τη διδασκαλία του Κυρίου Τον ρώτησαν απελπισμένα: «τις άρα δύναται σωθήναι;» (Ματθ. 19,26). Στ’ αλήθεια δεν είναι καθόλου εύκολο ν’ απαρνηθείς ένα ασήμαντο ιδανικό ζωής καμωμένο με τις καθημερινές φροντίδες, με την αναζήτηση των υλικών αγαθών, με την ασφάλεια και την απόλαυση και να δεχτείς ένα άλλο ιδανικό ζωής το οποίο βέβαια δεν στερείται καθόλου τελειότητας στο σκοπό του: «Γίνεσθε τέλειοι ως ο Πατήρ ημών εν ουρανοίς τέλειος εστίν». Αυτός ο κόσμος με όλα του τα «μέσα» μάς λέει: να είσαι χαρούμενος, μην ανησυχείς, ακολούθα τον «ευρύ» δρόμο. Ο Χριστός στο Ευαγγέλιο λέει: διάλεξε το στενό δρόμο, αγωνίσου και υπόφερε, γιατί αυτός είναι ο δρόμος για τη μόνη (genuine) αληθινή ευτυχία. Και αν η Εκκλησία δεν βοηθήσει πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτή τη φοβερή εκλογή; Πώς μπορούμε να μετανοήσουμε και να ξαναγυρίσουμε στην υπέροχη υπόσχεση που μας δίνεται κάθε χρόνο το Πάσχα; Ακριβώς αυτή είναι η στιγμή που εμφανίζεται η Μεγάλη Σαρακοστή. Αυτή είναι η «χείρα βοηθείας» που απλώνει σε μάς η Εκκλησία. Είναι το σχολείο της μετάνοιας που θα μάς δώσει δύναμη να δεχτούμε το Πάσχα όχι σαν μια απλή ευκαιρία να φάμε, να πιούμε, ν’ αναπαυτούμε, αλλά, βασικά, σαν το τέλος των «παλαιών» που είναι μέσα μας και σαν είσοδό μας στο «νέο».
Στην αρχαία Εκκλησία ο βασικός σκοπός της Σαρακοστής ήταν να προετοιμαστούν οι «Κατηχούμενοι», δηλαδή οι νέοι υποψήφιοι χριστιανοί, για το βάπτισμα που, εκείνο τον καιρό, γίνονταν στη διάρκεια της αναστάσιμης θείας Λειτουργίας. Αλλά ακόμα και τώρα που η Εκκλησία δεν βαφτίζει πια τους χριστιανούς σε μεγάλη ηλικία και ο θεσμός της κατήχησης δεν υπάρχει πια, το βασικό νόημα της Σαρακοστής παραμένει το ίδιο. Γιατί, αν και είμαστε βαφτισμένοι, εκείνο που συνεχώς χάνουμε και προδίνουμε είναι ακριβώς αυτό που λάβαμε στο Βάπτισμα. Έτσι το Πάσχα για μάς είναι η επιστροφή, που κάθε χρόνο κάνουμε στο βάπτισμά μας και επομένως η Σαρακοστή είναι η προετοιμασία μας γι’ αυτή την επιστροφή –η αργή αλλά επίμονη προσπάθεια να πραγματοποιήσουμε τελικά τη δική μας «διάβαση», το «Πάσχα» μας στη νέα εν Χριστώ ζωή. Το ότι, καθώς θα δούμε, οι Ακολουθίες στη σαρακοστιανή λατρεία διατηρούν ακόμα και σήμερα τον κατηχητικό και βαπτιστικό χαρακτήρα, δεν είναι γιατί διατηρούνται «αρχαιολογικά» απομεινάρια, αλλά είναι κάτι ζωντανό και ουσιαστικό για μας. Γι’ αυτό κάθε χρόνο η Μεγάλη Σαρακοστή και το Πάσχα είναι, μια ακόμη φορά, η ανακάλυψη και η συνειδητοποίηση του τι γίναμε με τον «δια βαπτίσματος» μας θάνατο και την ανάσταση.
Ένα ταξίδι, ένα προσκύνημα. Καθώς το αρχίζουμε, καθώς κάνουμε το πρώτο βήμα στη «χαρμολύπη» της Μεγάλης Σαρακοστής βλέπουμε –μακριά, πολύ μακριά- τον προορισμό. Είναι η χαρά της Λαμπρής, είναι η είσοδος στη δόξα της Βασιλείας. Είναι αυτό το όραμα, η πρόγευση του Πάσχα, που κάνει τη λύπη της Μεγάλης Σαρακοστής χαρά, Φως, και τη δική μας προσπάθεια μια «πνευματική άνοιξη». Η νύχτα μπορεί να είναι σκοτεινή και μεγάλη, αλλά σε όλο το μήκος του δρόμου μια μυστική και ακτινοβόλα αυγή φαίνεται να λάμπει στο ορίζοντα. «Μη καταισχύνης ημάς από της προσδοκίας ημών, Φιλάνθρωπε.»
 
Από το βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή», του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, εκδ. Ακρίτας

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2025

 

Βίος Οσίας Ξένης

Βίος Οσίας Ξένης
Η Οσία Ξένη και οι δύο θεραπαινίδες της

Ημερομηνία εορτής: 24 Ιανουαρίου

Τύπος εορτής: Σταθερή


Ιερά Λείψανα:

Η Κάρα της Αγίας βρίσκεται στο Ναό Τιμίου Προδρόμου Καβάλας. Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκονται στον ομώνυμο Ιερό Ναό της Θεσσαλονίκης (στον Νέο Ναό επί της οδού Γρηγορίου Μαρασλή 74Α και στον Παλαιό Ναό επί της οδού Αλεξάνδρου Παπαναστασίου 127 στην περιοχή Χαριλάου), στις Μονές Αγάθωνος Φθιώτιδος, Μεταμορφώσεως Σωτήρος Νικητών Χρυσουπόλεως Καβάλας, Λειμώνος Λέσβου και Νταού Πεντέλης και στον ομώνυμο Ναό Νικαίας Πειραιώς.

Εις την Ξένην.
Ἀποξενοῦται τοῦδε τοῦ βίου Ξένη,
Οὗ ζώσα καὶ πρίν, ὡς ἀληθῶς ἦν ξένη.

Εις τας δύω θεραπαινίδας.
Θνῄσκουσιν ἄμφω τῆς Ξένης αἱ δουλίδες,
Οὐ τῶν ἐκείνης ἀρετῶν οὖσαι ξέναι.
Εἰκάδι οὐρανοῦ εἰς ξενίην Ξένη ἦλθε Τετάρτη.


Βίος

Η Οσία Ξένη έζησε τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Ονομαζόταν στην αρχή Ευσεβία και καταγόταν από τη Ρώμη. Αρνούμενη την πίεση των γονέων της να νυμφευθεί άνδρα της επιλογής τους, αναχώρησε κρυφά για την Αλεξάνδρεια, όπου μετονομάσθηκε Ξένη για να χαθούν τα ίχνη της. Στη συνέχεια μετέβη στο νησί της Κω και λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε στα Μύλασα της Καρίας. Εκεί μαζί με δύο θεραπαινίδες της που την είχαν ακολουθήσει έκτισε Ναό στο όνομα του αγίου πρωτομάρτυρος και αρχιδιακόνου Στεφάνου και γύρω από αυτόν ησυχαστικά κελλιά. Πολύ γρήγορα η φήμη της και η ενάρετη και ασκητική ζωή που διήγε έφεραν κοντά της νέες κοπέλες που ποθούσαν τον βίο της άσκησης και της προσευχής. Το μοναστήρι που συστήθηκε έγινε περίφημο πνευματικό κέντρο, όπου καθημερινά συνέρρεαν πολλές πονεμένες γυναίκες για να λάβουν τις συμβουλές και να ζητήσουν τις προσευχές της. Η αγιοσύνη της αναγνωρίσθηκε και κατά τη διάρκεια του ενταφιασμού του σεπτού της σκηνώματος, όταν εμφανίσθηκε στον ουρανό σταυρός σχηματισμένος από αστέρια.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Μῆτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβοῦσα γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπεροράν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ, διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Ξένη τό πνεῦμά σου.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ξένην ἤνυσας, ζωὴν ἐν κόσμῳ, ξένην ἔσχηκας, προσηγορίαν, ὑπεμφαίνουσαν τὴ κλήσει τὸν τρόπον σου, σὺ γὰρ νυμφίον λιποῦσα τὸν πρόσκαιρον, τῷ ἀθανάτῳ ὁσίως νενύμφευσαι. Ξένη ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τό σόν ξενότροπον Ξένη μνημόσυνον, ἐπιτελοῦντες οἱ πόθῳ τιμῶντές σε, ὑμνοῦμεν Χριστόν τόν ἐν ἅπασι, σοί παρέχοντα ἰσχύν τῶν ἰάσεων· ὅν πάντοτε δυσώπει, ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος
Ἵλεων Ξένη, τὸν ξενοτρόπως ἐκ Παρθένου τεχθέντα, ἐκδυσώπει Χριστὸν ἡμῖν γενέσθαι Ἀοίδιμε, τοῖς κατὰ χρέος σοι προσφοιτῶσιν ἐκ ψυχῆς καὶ καρδίας καθαρωτάτης, καὶ εὐσεβῶς τὴν σὴν μνήμην ὑμνῆσαι σπουδάζουσιν, ἣν πᾶσαι τῶν οὐρανῶν αἱ Δυνάμεις ἀξίως ἐτίμησαν, ὡς φωτοφόρον καὶ ἄμωμον καὶ ἁγίαν πανήγυριν, Ἔνδοξε, πρεσβεύουσα ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

 

π. Ἀνδρέα Ἀγαθοκλέους

Σχόλιο στό Ευαγγέλιο τῆς Κυριακῆς ΙΒ΄ Λουκᾶ (Δέκα Λεπρῶν)

Ἄν ὁ πόνος τῆς ἀσθένειας συντρίβει τόν ἄνθρωπο, ὁ πόνος τῆς λέπρας τόν διαλύει συνθέμελα, καθώς ἀλλοιώνει τό σῶμα καί τόν ἐκτοπίζει ἀπό τήν κοινωνία καταδικάζοντάς τον στήν ἀπομόνωση καί τό θάνατο.

Τώρα, βέβαια, ξεπεράστηκε ἡ μεταδοτική αὐτή ἀσθένεια. Τήν κατανοοῦμεν κάπως διαβάζοντας τή ζωή στά λεπροκομεῖα, στούς χώρους πού μεταφέρονταν οἱ ζωντανοί νεκροί, χωρίς οὐσιαστική βοήθεια, ζῶντας μέ τούς ὁμοίους τους στήν ἀσθένεια ἀλλά διαφορετικούς στή νοοτροπία καί χαρακτῆρα, γι’ αὐτό καί τά προβλήματα αὐξάνονταν.

Ὁ Ἰησοῦς «καθώς ἔμπαινε σ’ ἕνα χωριό, τόν συνάντησαν δέκα λεπροί ἄνδρες, πού στάθηκαν μακριά του καί τοῦ φώναζαν δυνατά: “Ἰησοῦ, ἀφεντικό, ἐλέησέ μας!”. Τοῦ φώναζαν μέσα ἀπό τόν προσωπικό τους ἅδη, μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς τους ὡς ἡ τελευταία τους ἐλπίδα. Καί Αὐτός πού θά κατέβαινε μέχρι τόν Ἅδη, πῶς ἦταν δυνατόν νά ἀγνοήσει τήν κραυγή τους;

Ὅμως, δέν εὐχαρίστησαν τόν εὐεργέτη τους παρά μόνο ὁ «ἀλλοεθνής». Ἡ ἀχαριστία ἤ ὁ ἐνθουσιασμός γιά τή θεραπεία; Ἐκεῖνοι γνώριζαν πιό πολύ τί σημαίνει ἡ ξαφνική «καθαριότητα ἀπό τή λέπρα» καί ἡ ἔνταξή τους στήν κοινωνία.

Πόσα καλά δεχόμαστε στή ζωή μας πού γνωρίζουμε μόνο ἐμεῖς! Πόσο σημαντικό εἶναι γιά μᾶς νά δοξάζουμε τόν Θεόν!

Ὁ Γέροντας Τρύφωνας τοῦ Βάσον γράφει τά ἑξῆς: «Τίποτε δέν δίνει τόση ἱκανοποίηση ὅσο ἡ ἔκφραση εὐγνωμοσύνης γιά τή ζωή μας, γιά τή ζωή τῶν ἀγαπημένων μας, γιά τά πράγματα πού περικλείει ἡ ζωή μας καί γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς. Θυμηθεῖτε, ἡ εὐτυχία μᾶς κάνει εὐγνώμονες, ἀλλά καί ἡ εὐγνωμοσύνη μᾶς κάνει εὐτυχεῖς»[1].

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2025

 

π. Ἀνδρέα Ἀγαθοκλέους

Σχόλιο στό Ευαγγέλιο τῆς Κυριακῆς μετά τά Φῶτα

Τό κήρυγμα τοῦ Προδρόμου ἦταν: «Μετανοεῖτε». Μέ τό «βάπτισμα μετανοίας» προετοίμαζε τόν λαό γιά νά δεχτεῖ τόν ὄντως Σωτῆρα καί Λυτρωτή. Μέ τρόπο αὐστηρό, κάθετο, κατάλληλο γιά ἐκεῖνες τίς ψυχές.

Τό ἔργο τοῦ Ἰωάννη τελείωσε μέ τόν ἐρχομό τοῦ Ἰησοῦ. «Αὐτός αὐξάνει, ἐγώ ἐλαττοῦσθαι». Πῶς νά μήν τόν ἐπαινέσει ὁ Κύριος; Πῶς νά μήν εἶναι ὁ «μείζων τῶν προφητῶν»; Γνώριζε τά ὅριά του, πού ἀποδέχεται χωρίς νευρώσεις, γι’ αὐτό καί ἔχει ἀνάπαυση.

«Ἀπό τότε ἠρξατο Ἰησοῦς κηρύσσειν καί λέγειν. Μετανοεῖτε. Ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Κλήση γιά ὄντως Ζωή, ἀφοῦ ὁ κόσμος αὐτός, πού ἔρχεται καί παρέρχεται, ὄζει θάνατον.

Πῶς ζεῖ κανείς μέσα στίς ἀντιπαλότητες, στήν ἀπομόνωση ὡς ἀποτέλεσμα ἐγωισμοῦ, στά ποικίλα πάθη, ἀλλά καί στίς ἀσθένειες, στίς δοκιμασίες, στόν πόνο καί τό δάκρυ πού βρίσκεται ἡ ἀνθρωπότητα; Γι’ αὐτό ἤρθαμε στόν κόσμο αὐτό;

Ἡ κλήση γιά μετάνοια δέν εἶναι ἁπλά γιά μιά καλυτέρευση τῆς παρούσης ζωῆς. Εἶναι κλήση γιά αἰώνια Ζωή, αὐτή πού καταργεῖ ὅλες τίς μορφές θανάτου, ἀρχίζοντας ἀπό τό νῦν αἰῶνα καί συνεχίζοντας στόν αἰώνιο. Γιατί εἶναι κλήση γιά ἕνωση μέ τόν Χριστό, ὡς νικητή τοῦ θανάτου.

Ὁ ἴδιος εἶπε πώς ἡ αἰώνια ζωή εἶναι ἡ «γνώση» τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί Αὐτοῦ πού ἔστειλε, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ἀκόμα, πώς ἡ Βασιλεία Του εἶναι μέσα μας.

Κάθε πού μετανοοῦμε, ἡ Ἁγία Τριάδα γνωρίζεται - ἑνώνεται μέσα στόν καρδιακό χῶρο καί τόν καθιστᾶ «Οὐρανό»: Χῶρο τοῦ Ἀχωρήτου νῦν καί ἀεί.