Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Ομιλία στο ευαγγέλιο της ΙΓ΄ Κυριακής του Λουκά,29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Ομιλία στο ευαγγέλιο της ΙΓ΄ Κυριακής του Λουκά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά


Ομιλία στο ευαγγέλιο της ΙΓ΄ Κυριακής του Λουκά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά
Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΑΝΙΣΚΟΣ
(Λουκ. 18, 18-27)
Τί περισσότερο μπορῶ νά κάνω;

            Ὀφείλομε νά εὐχαριστοῦμε τόν Κύριο κάθε φορά πού βρισκόμαστε στήν Ἐκκλησία του.
            Ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία γιά νά τοῦ δείξομε τήν ἀγάπη μας.
            Νά τοῦ δείξομε ὅτι τόν θεωροῦμε Κύριο καί σωτήρα μας. Καί νά τόν ἐπικαλεστοῦμε.
            Ἐρχόμαστε ἀκόμη στήν Ἐκκλησία γιά νά τιμήσομε τόν Κύριο· νά τοῦ ζητήσομε τήν χάρη του καί τό ἔλεός του. Χωρίς τήν χάρη του καί τό ἔλεός του, δέν μποροῦμε νά κάνομε τίποτε. Καί προπαντός, δέν μποροῦμε νά πᾶμε στήν αἰώνια ζωή.
            Σήμερα τό Εὐαγγέλιο μᾶς λέγει ὅτι πῆγε ἕνας ἐπίσημος ἄνθρωπος στόν Χριστό καί τοῦ εἶπε:
            -Τί πρέπει νά κάνω γιά νά πάω στήν αἰώνια ζωή. Νά ἔχω ζωήν αἰώνιον;
            Ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε πάρα πολύ ἁπλά.
            -Νά τηρεῖς τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ.
            Ἐκεῖνος ἀπάντησε:
            -Τίς τηρῶ τίς ἐντολές ἀπό τήν νεανική μου ἡλικία.
            Γιά ποιές ἐντολές μιλᾶμε;
            «Νά μή σκοτώσεις, νά μήν μοιχεύσεις, νά μήν κλέψεις, νά μήν ψευδομαρτυρήσεις, νά τιμᾶς τούς γονεῖς σου»
            –Τίς τηρῶ ἀπό μικρό παιδί. Βεβαίωσε ὁ ἄνθρωπος.
            Τί σημαίνει «τίς τηρῶ ἀπό μικρό παιδί»;
            Σημαίνει, ὅτι πρῶτα-πρῶτα πίστευε στό Θεό. Ἅμα κάποιος δέν πιστεύει τό «οὐ μοιχεύσεις», θά κοιτάξει;        Ἤ τό οὐ φάγεις καί νηστεύσεις;
            Πίστευε στό Θεό λοιπόν, πίστευε καί στήν αἰώνια ζωή.      Καί ἔδωσε μιά ἀπάντηση πάρα πολύ ἴσια. «Ταῦτα πάντα ἐφύλαξα. Ὅλα αὐτά τά φυλάττω. Τά τηρῶ».
            Γιατί τά τηροῦσε;
            Ἀπάντηση: Γιά χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί γιά χάρη τῆς αἰώνιας ζωῆς.
            Ὁ Χριστός τοῦ ἀπάντησε:
            -Καλά κάνεις. Ἀφοῦ τά τηρεῖς αὐτά, θά πᾶς στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
            Ἐκεῖνος, ξαναρώτησε:
            -Τί περισσότερο μπορῶ νά κάνω;
            Λέει ὁ Χριστός:
            -Ἄν θέλεις κάτι περισσότερο, μή μένεις μόνο σ’ αὐτά. Ψάξε πιό βαθειά. Ἔλα κοντά μου. Καί θά ἔχεις μεγάλο θησαυρό «ἐν οὐρανοῖς».
Πῶς ἡμερώνουν τά θηρία
            Ἄς σταθοῦμε λίγο ἐδῶ:
            Ἔχετε πάει ποτέ σας σέ ζωολογικό κῆπο; Θά δεῖτε κειπέρα ἄγρια ζῶα. Ἀρκούδες, λιοντάρια, τίγρεις, καμιά φορά ἐλέφαντες καί κάτι ἄλλα ἄγρια θηρία. Ἀλλά οἱ ἄνθρωποι πού τά ἔχουν, τούς ἔχουν πάρει τόν ἀέρα. Φέρονται στό λιοντάρι σάν νά εἶναι σκυλάκι. Τό πιάνουν ἀπό τό αὐτί, τό πᾶνε πέρα-δῶθε καί κεῖνο πηγαίνει. Μέ τήν τίγρη, σάν νά ἦταν γατάκι. Μέ τόν ἐλέφαντα, σάν νά ἦταν ἀρνάκι. Ἄς εἶναι ἄγρια θηρία, μεγάλα.
            Ἐρώτημα; Πῶς ἔγιναν τά ἄγρια θηρία, τό λιοντάρι γιά παράδειγμα ἥμερο σάν σκυλάκι; Καί τρίβεται πάνω στά πόδια ἑνός ἀνθρώπου; Καί τοῦ γλύφει τά χέρια καί κάθεται νά τό χαϊδεύει ὁ ἄνθρωπος, χωρίς νά ἁπλώνει τά νύχια του καί τά δόντια του νά τόν γδάρει;
            Πρῶτα ἀπ'  ὅλα, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος φρόντισε νά τό δαμάσει. Πῶς τό ἐδάμασε; Μέ τό ξύλο;
            Ὄχι! Μέ τήν περιποίηση.
            Αὐτό εἶναι τό κόλπο πού κάνουν οἱ ἄνθρωποι καί πιάνουν φίλους τά ἄγρια ζῶα. Τά μικρότερα καί τά μεγαλύτερα. Καί τά κάνουν τί; Ὄχι φίλους ἀλλά δούλους. Τούς σφυρίζουν καί χορεύουν.
            Καί βλέπεις ἕνα λιοντάρι ἤ μία τίγρη νά τοῦ σφυρίζει ἕνας ἄνθρωπος καί νά χοροπηδάει ὅπως τοῦ λέει. Καί ἕναν ὁλόκληρο ἐλέφαντα, νά παίζει, νά σηκώνει τά αὐτιά του καί νά κουνᾶ τήν προβοσκίδα του, ὅπως τοῦ σφυρίζει τό ἀφεντικό του.             Γιατί; Γιατί μέχρι τότε τοῦ φέρθηκε μέ στοργή. Μέ μπουκίτσες. Μέ καραμέλες. Καί μέ χάδια.
            Τά ζῶα λιγώνονται γιά τήν ἀγάπη. Καί τό θεωροῦν χρέος τους, ἀφοῦ δέχθηκαν ἀγάπη νά γίνουν δοῦλοι. Νά ἀφοσιωθοῦν. Καί δέν θέλουν νά τόν φᾶνε τόν ἄνθρωπο αὐτό μέ κανένα τρόπο. Γιατί τό καταλαβαίνουν ὅτι ἔχει ἀπέναντί τους ἀγάπη.
            Αὐτά τά κάνουν τά θηρία. Ἐρχόμαστε τώρα σέ μᾶς πού δέν εἴμαστε θηρία, ἀλλά εἴμαστε ἄνθρωποι λογικοί. Ἐρώτημα:             Ἐκεῖνος πού εἶναι ἀπό πάνω μας, ἀφεντικό μας, οὕτως ἤ ἄλλως, πόσα ἔχει κάνει γιά μᾶς;
            Πρῶτα ἀπ'  ὅλα, μᾶς ἐδημιούργησε.
            Δεύτερον. Ἐδημιούργησε αὐτό τόν κόσμο, λέει ἡ Ἁγία Γραφή, γιά μᾶς. Μέ ὅλες του τίς ὀμορφιές. Γιά μᾶς. Καί ἔβαλε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο σ’ αὐτή τήν κτίση, ὡς βασιλέα τῆς κτίσεως.      Ποιός θά τό ἀρνηθεῖ ὅτι δέν εἶναι ἔτσι;
            Δέν εἴμαστε βασιλιάδες πάνω σέ ὁλόκληρη τήν κτίση;
            Ὄχι μόνο στή γῆ. Καί στά οὐράνια πετᾶμε.
            Τί εἴμαστε ἐπάνω στή γῆ;
            Εἶναι ὅλα στήν ἐξουσία μας. Ζῶα, θηρία, θάλασσες, βουνά. Τρυπᾶμε τά βουνά καί κάνομε δρόμους. Γεφύρια στήνομε ἀπέραντα. Ἀεροπλάνα φτειάχνομε. Κινητά τηλέφωνα ἔχομε. Καί μετά; Ἀνάλυση τοῦ γενετικοῦ κώδικα κάνομε. Τά ἔχομε βάλει ὅλα στά χέρια μας.
            Πότε τό εἶπε ὁ Θεός ὅτι θά εἴσαστε τά ἀπόλυτα ἀφεντικά στόν κόσμο; Ὅταν ἔφτειαξε τόν Ἀδάμ. Καταλάβαινε κανείς τότε τίποτε ἀπ'  ὅλα αὐτά; Μποροῦσε νά ὑποψιαστεῖ;
            Καί νά. Γίνανε καί συνεχίζουν νά γίνονται.
            Ἀλλά καί τί ὀμορφιές ἔχει ἡ ζωή. Τόσες πού κανένας δέν θέλει νά φύγει. Ἀκόμα καί ἄρρωστος νά εἶναι, στό κρεβάτι, καί νά ὑποφέρει, δέν θέλει νά φύγει. Καί ἔτσι ἡ ζωή τοῦ εἶναι ὄμορφη.
            Μά γιά ὅλα αὐτά πόσες εὐχαριστίες λέμε στό Θεό; Πόση εὐγνωμοσύνη τοῦ ἔχομε;
Ὅποιον ἀγαπᾶς τόν θυμᾶσαι
            Νά ποῦμε μιά κουβέντα;
            Ὄχι μόνο δέν αἰσθανόμαστε τήν εὐγνωμοσύνη πού πρέπει ἀπέναντί του, ἀλλά δέν ἔχομε οὔτε τήν ὄρεξη, νά τοῦ ποῦμε καλημέρα.
            Ποιά εἶναι ἡ καλημέρα στό Θεό; Ἡ καθημερινή προσευχή. Καί ποιός εἶναι ὁ χαιρετισμός; Ἕνας λιγάκι πιό δυνατός  χαιρετισμός; Ἡ συμμετοχή στήν ἑβδομαδιαία λατρεία, στήν Ἐκκλησία.
            Νά ρωτήσομε κάτι καί νά ἀπαντήσει ὁ καθένας. στόν ἑαυτό του.
            -Κάθε πόσο κάνεις, κάθε πρωί προσευχή; Πῶς τήν κάνεις;             Ἅμα εἶχες ἕνα φίλο καί σοῦ φερνόταν μέ τήν ὄρεξη πού λές ἐσύ τήν προσευχή σου, θά σέ ἤθελε νά τόν λές φίλο; Θά σέ παραδεχόταν ὅτι τόν ἀγαπᾶς;
            Δεύτερον: Κάθε πότε ἔρχεσαι στήν Ἐκκλησία; Ἅμα ἕνα φίλο σου, δέν πᾶς νά τόν χαιρετίσεις στή γιορτή του, τί λέει;
            -Μέ ξέχασες.
            –Κατά λάθος.
            -Ἅμα μέ εἶχες στήν καρδιά σου, δέν θά μέ ξέχναγες.         Κάπου πάρα-ἔξω μέ ἔχεις βάλλει. Ἤ στήν τσέπη σου μέ ξέχασες στήν τσάντα σου.
            Ἔτσι εἶναι. Ὅποιον ἀγαπάει ὁ ἄνθρωπος τόν θυμᾶται.        Καί σέ ὅποιον αἰσθάνεται ὅτι χρωστάει εὐγνωμοσύνη, δέν κοιτάζει πῶς θά ἀποφύγει νά τόν συναντήσει, ἀλλά ὅταν τόν βλέπει ἀπό μακρυά χοροπηδάει ἀπό τήν χαρά του, πού θά πάει κοντά του νά τοῦ πεῖ:
            -Σέ εὐχαριστῶ γιά μιά ἀκόμη φορά.
            -Μά μοῦ τό εἶπες τόσες φορές. Σταμᾶτα πιά.
            -Ὅσες καί ἄν τό πῶ, οὔτε χορταίνω, οὔτε ξεπληρώνω.
            -Μά τί σοὔκανα;
            –Καλή κουβέντα μοῦ εἶπες· φτάνει.
            Ἄν γιά κάτι τέτοια πεζά πραγματάκια, ἔτσι πρέπει νά εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη, γιά ὅλες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ πῶς πρέπει νά εἶναι;
            Μᾶς ἔφτειαξε. Μᾶς ἔδωσε τό Εὐαγγέλιο -λόγια σοφά- νά διαβάζομε, νά μελετᾶμε νά καταλαβαίνομε τί εἶναι ἡ ζωή καί ἡ αἰώνια ζωή.
            Ἦλθε στόν κόσμο γιά μᾶς, σταυρώθηκε γιά μᾶς.   Ὑπόφερε γιά μᾶς.
            Ἐμεῖς ὅταν ὑποφέρει κάποιος γιά μᾶς τί κάνομε;
            Τί ἄλλο; Τόν ἔχομε στήν καρδιά μας!
            Ἄν λοιπόν ἀπέναντι ἑνός ἀνθρώπου πού ἔχει ἀρετές, ἔχει καί ἐλαττώματα, αἰσθανόμαστε ἔτσι, πῶς πρέπει νά αἰσθανόμαστε ἀπέναντι ἐκείνου πού ἦλθε στόν κόσμο γιά μᾶς;      Καί ἔδωσε τό αἷμα του γιά μᾶς;
            Ὄχι γιά νά περάσομε μιά μέρα καλά ἤ ἔστω ἔβαλε τόν κόπο του καί τόν ἱδρώτα του, γιά νά ἔχομε ἕνα σπιτάκι, ἕνα χωραφάκι καί κάτι ἄλλο, νά ἐπιβιώσουμε μέσα στόν κόσμο, ἀλλά μᾶς ἔδωσε τό αἷμα του, γιά νά γλυτώσομε ἀπό τόν θάνατο. Καί νά ἀποκτήσομε τήν αἰώνια ζωή ὅταν θά ἔλθει ὁ Χριστός ἐν δόξῃ νά μᾶς ἀναστήσει. Νά μᾶς πάρει κοντά του στήν αἰώνια δόξα του καί στήν αἰώνια ζωή. Τί περισσότερο ἀδελφοί μου θά θέλαμε νά κάνει ὁ Χριστός γιά μᾶς;
Νά ζωντανέψομε τόν ἑαυτό μας
            Πρέπει νά τά προσέχομε αὐτά καί νά προσπαθοῦμε νά τά καταλάβομε καλύτερα. Πῶς θά τά καταλάβομε καλύτερα;             Ἀφήνοντας νά τά ξεχάσομε; Ὄχι! Μελετώντας τα.
            Πῶς τά μελετᾶμε; Σκεπτόμαστε. Καί λέμε:
            «Τοῦτο δῶ καί κεῖνο, δέν τά κάνω ὅσο πρέπει καλά. Ἄλλα λέει τό Εὐαγγέλιο καί ἄλλα κάνω. Πρέπει νά ζεστάνω λίγο τήν καρδιά μου. Πῶς;»
            Μέ τήν προσευχή. «Φώτισέ με Θεέ μου, νά τά καταλάβω καλύτερα».
            Καί μέ τήν μελέτη. Νά διαβάσομε τό Εὐαγγέλιο τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, κάποιο θρησκευτικό βιβλίο.
            Κάθε πόσο τό κάνεις; Πῶς θά σταθεῖς καλά ἀπέναντι τοῦ Χριστοῦ ἄν δέν ξέρεις τό θέλημά του;
            Ἄν θέλεις τήν εὔνοια ἑνός ἀνθρώπου πού τυχαίνει νά εἶναι λίγο πιό ἐπίσημος ἀπό σένα, πᾶς καί τόν ξεσκονίζεις.
            -Καλημέρα, καλημέρα. Λίγη σκόνη ἔχει τό πέτο σου. Νά τό ξεσκονίσω!
            Ἔτσι κάνει ὁ κόσμος γιά νά ἐπιτύχει τήν εὔνοια θνητῶν ἀνθρώπων.
            Γιά τόν Θεό τί κάνεις;
            Πρέπει νά ζωντανέψομε τόν ἑαυτό μας. Τόν ζωντανεύομε ἄν θυμηθοῦμε τί λένε τά λόγια μιᾶς προσευχῆς: «Τῆς παναγίας ἀχράντου... μετά πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες». Θυμόμαστε τήν Παναγία καί τούς ἁγίους.
            Τί ἔκαναν ἐκεῖνοι γιά τόν Χριστό καί γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;
            Νά τά φέρομε στό νοῦ μας, γιά νά ζεσταθεῖ ἡ καρδιά μας καί ὁ νοῦς μας, νά ζωντανέψομε. Καί μετά τί νά κάνομε;             «Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».
            Τί σημαίνει; Νά πᾶμε κοντά στόν Χριστό. Ἐγώ μόνος μου;             Νά τραβήξω καί τόν διπλανό μου. Ποιός εἶναι ὁ διπλανός σου; Ἡ γυναίκα σου, ὁ ἄντρας σου, τό παιδί σου, ὁ γείτονάς σου, ὁ ἀδελφός σου. Πῶς θά τό ἀντέξεις νά ξέρεις ὅτι ὑπάρχει αἰώνια ζωή καί νά μήν τραβᾶς τόν διπλανό σου ὅσο μπορεῖς πιό κοντά.
            Πῶς τραβᾶνε τόν ἄνθρωπο;
            Ὄχι ὅπως τραβᾶνε τό σκυλί ὅταν θέλουν νά τό πᾶνε κάπου καί δέν ἔρχεται. Τοῦ κοπανᾶνε καί μιά.
            Ἀλλά πρῶτα ἀπ'  ὅλα τοῦ ξεβουλώνουμε τά αὐτιά. Μέ καλωσύνη, μέ γλυκούς λόγους καί μέ συμβουλές, προσπαθοῦμε νά τόν κάνομε νά ἀκούει. Ὅπως καί ἐμεῖς. Πρῶτα πρέπει νά ξεβουλώσομε τά αὐτιά μας γιά νά μπορέσομε νά ἀκοῦμε.
Ἐλεημοσύνη. Ἡ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν
            Εἶπε ὁ Χριστός:
            -Ἄν θέλεις νά γίνεις πιό καλός καί νἆσαι πιό καλά μέσ’  στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πούλησε αὐτά πού ἔχεις, μοίρασέ τα στούς φτωχούς καί ἔλα κοντά μου.
            Ὅταν τό ἄκουσε ὁ πλούσιος ἐκεῖνος, ἔφυγε.
            Δέν τοῦ εἶπε:
            -Χριστέ μου, πρέπει στό κάτω-κάτω νά τά πουλήσω ὅλα;   Καί πῶς θά ζήσουν τά παιδιά μου καί τό σπίτι μου, ἅμα τό κάνω αὐτό;
            Πολύ λογικό ἐρώτημα γιά κάθε ἄνθρωπο πού ἔχει οἰκογένεια, ὑποχρεώσεις, δεσμεύσεις.
            Τί λέει γι’ αὐτούς ὁ Χριστός;
            «Νά μήν ξεχνᾶτε νά εἴσαστε πάντοτε σπλαγχνικοί στούς φτωχούς».
            Τί σημαίνει αὐτό; Λέμε ὅτι ἡ πιό καλή πράξη πού κάνει ἕνας ἄνθρωπος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ προσευχή. Προσεύχεται καί τόν ἐπικαλεῖται: «Κύριε, Κύριε, πού ἔκανες τόσα γιά μένα σέ εὐχαριστῶ, σέ δοξάζω, σέ τιμῶ. Ἔλα κοντά μου. Μή μέ ξεχνᾶς. Μή μέ ἀφήνεις». Ὑπάρχει καλύτερο πράγμα ἀπό τήν προσευχή;
            Ὑπάρχει! Ποιό εἶναι;
            Ἡ νηστεία.
            Γιατί ἡ νηστεία εἶναι καλύτερη ἀπό τήν προσευχή;
            Γιατί 24 ὧρες, Τετάρτη καί Παρασκευή ἤ ἡμέρες πολλές ὅταν ἔχομε Σαρακοστή, λέμε:
            -Δέν τρώω κεῖνο, δέν τρώω τό ἄλλο εἰς δόξαν καί τιμήν τοῦ Χριστοῦ. Δυναμική σκέψη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἔχει καί διπλάσια ἀξία. Μεγαλύτερη ἀπό τήν προσευχή λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες.
            Ὑπάρχει τίποτε μεγαλύτερο καί ἀπό τήν νηστεία καί ἀπό τήν προσευχή;
            Ἀπαντᾶνε οἱ Πατέρες:
            -Ἡ ἐλεημοσύνη.
            Τί σημαίνει ἐλεημοσύνη;
            Πόνος γιά τόν φτωχό. Πόνος γιά τόν δυστυχισμένο. Πόνος γιά τόν πονεμένο. Ὅποιος ἔχει εὐσπλαγχνία, ἐλεημοσύνη, συμπόνια καί λυπᾶται, ἔχει τόν Χριστό μέσα στήν καρδιά του. Γιατί ὁ Χριστός ἦταν μιά ἀπέραντη ἀγάπη γιά μᾶς.
            Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός εἶπε σ’ ἐκεῖνον:
            -Ἅμα τά πουλήσεις, ἅμα τά μοιράσεις, τότε εἶσαι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί οἱ εἰκόνες τοῦ Θεοῦ ἔχουν πάντοτε θέση στήν Ἐκκλησία καί σέ προσκυνητάρι, γιά νά προσκυνοῦνε ἄγγελοι καί ἄνθρωποι. Γι’ αὐτό ὅποιος γίνεται εὔσπλαγχνος, γίνεται εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ.
            Στό ἐρώτημα τῶν μαθητῶν:
            -Καί ποιός θά σωθεῖ; Ὁ Χριστός ἀπάντησε:
            -Τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις, εἶναι δυνατά στό Θεό.
            Δηλαδή ὁ Θεός μᾶς φωτίζει καί μᾶς ὁδηγεῖ καί ἐνῶ εἴμαστε σήμερα σκληρόκαρδοι καί φαινόμαστε τίγρεις καί θηρία, λιοντάρια ἀνήμερα, μᾶς φωτίζει μέ τήν τήν καλωσύνη του καί μέ τήν στοργή του καί ἀλλάζομε.
            Νά φωτίσει καί ἐμᾶς νά γίνομε πρῶτα λίγο σπλαγχνικοί, μετά περισσότερο σπλαγχνικοί καί στό τέλος μέ τήν προσευχή, μέ τήν νηστεία καί μέ τήν ἐλεημοσύνη νά γίνομε εἰκόνες τοῦ Θεοῦ.
            Νά ἀξίζομε νά εἴμαστε δίπλα στό θρόνο του στήν οὐράνια Ἐκκλησία μαζί μέ τήν Παναγία καί μέ ὅλους τούς ἁγίους. Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,
διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στό Πολύδροσο  στίς 26/11/2006
πηγη.zoiforos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου